Αντιδράσεις προκαλεί μια νέα οδηγία του ρωσικού Υπουργείου Υγείας, σύμφωνα με την οποία οι γυναίκες που δηλώνουν ότι δεν επιθυμούν να αποκτήσουν παιδιά ενδέχεται να παραπέμπονται σε ψυχολόγο, με στόχο να αναθεωρήσουν τη στάση τους απέναντι στη μητρότητα.
Η πρόταση αυτή εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο αντιμετώπισης της δημογραφικής κρίσης που αντιμετωπίζει η Ρωσία, η οποία έχει επιδεινωθεί τα τελευταία χρόνια.
Η δημογραφική κρίση και οι ανησυχίες της κυβέρνησης
Η μείωση των γεννήσεων αποτελεί διαχρονικό ζήτημα για τη ρωσική ηγεσία. Από την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία το 2022, η κατάσταση φαίνεται να έχει επιδεινωθεί, καθώς εκατοντάδες χιλιάδες νέοι άνδρες έχουν στρατευθεί.
Ο πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν έχει επανειλημμένα τονίσει ότι η πτώση του πληθυσμού αποτελεί σοβαρή απειλή για το μέλλον της χώρας, φτάνοντας στο σημείο να προειδοποιήσει πως η Ρωσία κινδυνεύει ακόμη και με «εξαφάνιση» αν δεν αυξηθούν τα ποσοστά γεννήσεων.
Τι προβλέπουν οι νέες οδηγίες
Σύμφωνα με το έγγραφο που δημοσιοποιήθηκε, οι γιατροί καλούνται να παραπέμπουν γυναίκες ηλικίας 18 έως 49 ετών σε συμβουλευτική με ψυχολόγο, προκειμένου να ενισχυθεί μια πιο θετική στάση απέναντι στην απόκτηση παιδιών.
Παράλληλα, προβλέπονται ετήσιοι ιατρικοί έλεγχοι για την αξιολόγηση της αναπαραγωγικής υγείας των γυναικών.
Για τους άνδρες της ίδιας ηλικιακής ομάδας, οι συστάσεις περιορίζονται αποκλειστικά στην αξιολόγηση της σωματικής τους υγείας, χωρίς αντίστοιχη ψυχολογική παρέμβαση.
Αυστηρότερο πλαίσιο για αμβλώσεις και «άτεκνη» ζωή
Τα τελευταία χρόνια, η ρωσική κυβέρνηση έχει υιοθετήσει πιο αυστηρή στάση σε θέματα αναπαραγωγικής πολιτικής. Έχουν περιοριστεί οι δυνατότητες πρόσβασης στις αμβλώσεις, ενώ έχει θεσπιστεί νομοθεσία που απαγορεύει την αποκαλούμενη «προπαγάνδα της άτεκνης ζωής».
Την ίδια στιγμή, το κράτος ενισχύει οικονομικά και κοινωνικά τις πολύτεκνες οικογένειες, προβάλλοντάς τες ως πρότυπο.
Τα χαμηλά ποσοστά γεννήσεων
Το ποσοστό γεννήσεων στη Ρωσία έχει πέσει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, περίπου στο 1,4 παιδί ανά γυναίκα. Ο αριθμός αυτός βρίσκεται σημαντικά κάτω από το 2,1 που θεωρείται απαραίτητο για τη διατήρηση του πληθυσμού σε σταθερά επίπεδα.
Η νέα αυτή πολιτική έχει ήδη προκαλέσει έντονες αντιδράσεις και συζητήσεις σχετικά με τα όρια της κρατικής παρέμβασης στις προσωπικές επιλογές των πολιτών.
