Σχιζοφρένεια: Το τοπίο της νόσου σήμερα και οι νεότερες εξελίξεις στη θεραπεία της

 

Όλοι ή σχεδόν όλοι έχουμε γίνει μάρτυρες της χρήσης της λέξης «σχιζοφρενής» στην καθημερινή ζωή προκειμένου να περιγραφεί μία αρρωστημένη συμπεριφορά από ένα διαταραγμένο μυαλό. Η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για μια ασθένεια αρκετά συχνή. Υπολογίζεται ότι περίπου ένας στους εκατό ανθρώπους θα πάθει σχιζοφρένεια κάποια στιγμή στη ζωή του. Προσβάλλει κυρίως νέους ανθρώπους: οι άντρες αρρωσταίνουν συνήθως σε ηλικία 15 με 25 χρονών και οι γυναίκες σε ηλικία 25 με 35 χρονών.

Η σχιζοφρένεια είναι μια πολύπλοκη και χρόνια ψυχική διαταραχή στην ανάπτυξη της οποίας παίζουν ρόλο τόσο γενετικοί όσο και περιβαλλοντικοί παράγοντες. Είναι μια νόσος που μπορεί να αφορά τον οποιοδήποτε ανεξαρτήτως καταγωγής, κοινωνικοοικονομικής και πολιτισμικής  κατάστασης.

Τα συμπτώματα της σχιζοφρένειας

Οι ψευδαισθήσεις είναι από τα πιο γνωστά συμπτώματα. Πολλοί σχιζοφρενείς βλέπουν ή ακούνε πράγματα που δεν είναι αληθινά. Μπορεί να ακούνε φωνές που τους σχολιάζουν ή τους προειδοποιούν για κινδύνους ή τους δίνουν εντολές για το τι πρέπει να κάνουν. Μπορεί ακόμη να συνομιλούν με αυτές τις φωνές και να δίνουν στους άλλους την εντύπωση ότι μιλούν μόνοι τους.

Παραληρητικές ιδέες. Οι παραληρητικές ιδέες είναι επίμονες, λανθασμένες πεποιθήσεις των σχιζοφρενών που δεν αντιστοιχούν στην πραγματικότητα. Π.χ. μπορεί να πιστεύουν ότι οι άλλοι θέλουν το κακό τους, ότι τους κυνηγούν για να τους σκοτώσουν, ότι θέλουν να τους δηλητηριάσουν, ότι συνωμοτούν εναντίον τουςκ.ά. Οι σχιζοφρενείς είναι απόλυτα σίγουροι ότι αυτά που πιστεύουν είναι αληθινά και επιμένουν σε αυτά, ακόμα κι όταν οι άλλοι προβάλλουν λογικά επιχειρήματα.

Η σχιζοφρένεια συχνά επηρεάζει την ικανότητα του ατόμου να σκέφτεται και κατά συνέπεια να μιλά με ομαλό τρόπο. Έτσι, οι σχιζοφρενείς μπορεί να επαναλαμβάνουν τα ίδια πράγματα ή μπορεί αυτά που σκέφτονται και λένε να μην έχουν καμία λογική σειρά, με αποτέλεσμα ο λόγος τους να γίνεται ασαφής, αόριστος έως και ακατανόητος.

Η σχιζοφρένεια επίσης επηρεάζει τη συμπεριφορά του ατόμου. Οι σχιζοφρενείς μπορεί να είναι επιφυλακτικοί, απόμακροι, να  κάνουν πολλές, γρήγορες, άσκοπες κινήσεις ή αντίθετα να μένουν ακίνητοι για ώρες, να επαναλαμβάνουν συγκεκριμένες κινήσεις, λέξεις ή ήχους, να έχουν αλλόκοτη εμφάνιση. Αυτές οι ασυνήθιστες συμπεριφορές κάνουν τους άλλους ανθρώπους να αισθάνονται άβολα και μερικές φορές μπορεί να τους φοβίσουν.

Οι σχιζοφρενείς συχνά δείχνουν να έχουν χάσει το ενδιαφέρον τους για τα πράγματα (σχολείο, εργασία, ψυχαγωγία, σεξουαλική δραστηριότητα κλπ), τείνουν να απομονώνονται και να αποφεύγουν την επαφή με τους άλλους, ενώ πολλές φορές παραμελούν τον εαυτό τους και την ατομική τους υγιεινή.

Συχνά τα άτομα με σχιζοφρένεια μένουν απαθή και αδιάφορα στα ερεθίσματα και δεν εκφράζουν κανένα συναίσθημα, μιλούν μονότονα, δεν παίρνουν τις συνηθισμένες εκφράσεις προσώπου ενός λυπημένου ή χαρούμενου ανθρώπου ακόμα κι όταν μιλούν για κάτι θλιβερό ή ευχάριστο αντίστοιχα. Μπορεί επίσης να εκφράζουν συναισθήματα που δεν ταιριάζουν με αυτά που λένε ή αυτά που σκέφτονται, π.χ. να γελούν λέγοντας κάτι πολύ δυσάρεστο και το αντίστροφο.

 

Αίτια της νόσου

Σήμερα γνωρίζουμε ότι η σχιζοφρένεια είναι μια αρρώστια όπως όλες οι άλλες. Το όργανο του σώματος που επηρεάζεται στη σχιζοφρένεια είναι ο εγκέφαλος. Ο εγκέφαλος των σχιζοφρενών δεν λειτουργεί σωστά, όπως η καρδιά δε λειτουργεί σωστά στους ανθρώπους που παθαίνουν έμφραγμα. Αν και δεν είναι απόλυτα γνωστή η αιτιολογία της σχιζοφρένειας, σήμερα γνωρίζουμε ότι  δεν υπάρχει ένα μοναδικό αίτιο που την προκαλεί, αλλά ότι ένας συνδυασμός παραγόντων παίζει ρόλο στην εκδήλωσή της. Πολύ σημαντικό ρόλο παίζουν οι γενετικοί παράγοντες, δηλαδή παράγοντες που έχουν σχέση με το DNA του ανθρώπου. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ένας άνθρωπος έχει μεγαλύτερη πιθανότητα να πάθει σχιζοφρένεια, αν υπάρχει κάποιος στενός συγγενής του που έχει αυτή την ασθένεια. Η πιθανότητα αυξάνει, όσο στενότερη είναι η συγγένεια με τον άρρωστο άνθρωπο. Έτσι, ένα παιδί με ένα γονιό σχιζοφρενή έχει 10% πιθανότητα να πάθει σχιζοφρένεια, ενώ η πιθανότητα να αρρωστήσει ένα παιδί του οποίου οι γονείς δεν έχουν σχιζοφρένεια είναι περίπου 1%.

 Θεραπεύεται η σχιζοφρένεια;

Η σχιζοφρένεια είναι μια σοβαρή ασθένεια, η οποία δεν είναι δυνατό να υποχωρήσει μόνη της χωρίς θεραπεία. Έχουν ανακαλυφθεί φάρμακα με τα οποία τα συμπτώματα μπορούν να ελεγχθούν, αρκεί ο ασθενής να τα λαμβάνει συστηματικά, σύμφωνα με τις οδηγίες του γιατρού του και να παρακολουθείται τακτικά από αυτόν. Πολλοί ασθενείς με σχιζοφρένεια μπορούν να δουλέψουν και να φροντίσουν τον εαυτό τους και την οικογένειά τους, αρκεί να παρακολουθούνται από το γιατρό και να παίρνουν τα φάρμακά τους.

Πρωταρχικοί στόχοι της θεραπείας είναι η μείωση ή η εξάλειψη των συμπτωμάτων, η πρόληψη των υποτροπών, η παράταση της διάρκειας της σταθερής φάσης στη νόσο, η μείωση των απαιτήσεων για ενδονοσοκομειακή περίθαλψη και η μεγιστοποίηση της ποιότητας ζωής και της λειτουργικότητας των ασθενών περιορίζοντας έτσι τις αρνητικές συνέπειες τόσο στους ίδιους όσο και στις οικογένειές τους.

Η αποτελεσματική τήρηση της θεραπείας είναι σημαντική για το σκοπό αυτό. Η ανεπαρκής τήρηση ή η διακοπή της θεραπείας με τις αγωγές που λαμβάνονται καθημερινά, παραμένει ένα σημαντικό πρόβλημα καθώς εκτιμάται ότι έως και 89% των ασθενών με σχιζοφρένεια δεν τηρούν ή τηρούν εν μέρει τη φαρμακευτική αγωγή τους.

Η διακοπή της φαρμακευτικής αγωγής αφενός συνεπάγεται 5 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο υποτροπής μετά από ένα πρώτο ψυχωσικό επεισόδιο και αφετέρου σχετίζεται με επιδείνωση των συμπτωμάτων και της λειτουργικότητάς τους, αυξημένο κίνδυνο επανεισαγωγών στο νοσοκομείο, αυτοκτονικό ιδεασμό, αυξημένο χρόνο ανάρρωσης και μειωμένη ανταπόκριση στα αντιψυχωσικά.

Νεότερα δεδομένα

Η εξέλιξη της φαρμακευτικής έρευνας φέρνει σήμερα νέα προοπτική στη θεραπεία της σχιζοφρένειας, δίνοντας τη δυνατότητα στους ασθενείς με σχιζοφρένεια να έχουν μεγαλύτερη ανεξαρτησία και καλύτερη ποιότητα ζωής, απαλλαγμένοι από το άγχος της συχνής λήψης της φαρμακευτικής αγωγής.

Οι δυνατότητες τήρησης της αγωγής αυξάνονται πλέον σημαντικά, καθώς η συχνότητα λήψης της αγωγής μειώνεται ακόμα περισσότερο μέσα στο διάστημα ενός έτους. Μέχρι σήμερα οι αγωγές μακράς δράσης απαιτούσαν λήψη από 26 ως 12 φορές το χρόνο. Η κυκλοφορία των άτυπων Αγωγών Μακράς Δράσης επέφερε σημαντική πρόοδο στη θεραπεία της σχιζοφρένειας καθώς συμβάλλουν στην τήρηση της θεραπείας,  εμφανίζουν χαμηλότερα ποσοστά διακοπής της αγωγής και επανεισαγωγών στο νοσοκομείο, αλλά και χαμηλότερο κίνδυνο υποτροπών συγκριτικά με τις αγωγές που λαμβάνονται καθημερινά και συχνά παραπάνω από μια φορά την ημέρα.  Η φαρμακευτική αγωγή σε συνδυασμό με ψυχοκοινωνικού τύπου παρεμβάσεις, μπορούν να βοηθήσουν τους ασθενείς να ελέγχουν ικανοποιητικά τα συμπτώματά τους.