Πώς ένα παιδί που χαίρεται τη ζωή αποφασίσει μέσα από μία διαδικτυακή πρόκληση να δώσει τέλος στη ζωή του.
Ο 14χρονος Jools ήταν μια χαρά ευδιάθετος και γέλαγε με το φίλο του. Είχαν περάσει όλη την ημέρα μαζί μέχρι που χωρίστηκαν. Η μητέρα του έλλειπε όλη την ημέρα αλλά είχαν επικοινωνήσει. Και όταν επέστρεψε στο σπίτι πήγε στο δωμάτιό του να τον δει για ένα γεια αλλά αυτό πυ αντίκρυσε δεν πρόκειται να το ξεχάσει. Ο τότε σύντροφός της έτρεξε όταν άκουσε τα ουρλιαχτά της. Η γυναίκα προσπαθούσε να συνεφέρει το παιδί της. Ο σύντροφός της του έκανε πολλή ώρα ΚΑΡΠΑ σε λίγο ήρθαν διασώστες έκαναν το ίδιο ακόμα και με απινιδωτή. Μέχρι που ένας πυροσβέστης πήρε παράμερα αυτή τη μάνα και της είπε ότι το παιδί είχε τελειώσει. Ήταν 13 Απριλίου 2022 λίγο μετά το Πάσχα. Από τότε η μητέρα του ψάχνει να βρει το γιατί και το πως του χαμού του παιδιού της.
Οι ηλεκτρονικές συσκευές που χρησιμοποιούσε δεν έδωσαν πολλά στοιχεία γιατί η TIKTOK δεν αποκάλυπτε τις ιστοσελίδες που έμπαινε και τα βιντεο που έβλεπε. Μέχρι που η Guardian ζήτησε ανάλυση και τότε της δόθηκε. Μόνο ότι το παιδί είχε πέσει πιθανότητα χωρίς αυτό να είναι σίγουρο, θύμα εκβιασμού.
Η Αστυνομία κατέσχεσε το κινητό τηλέφωνο και το iPad του Jools, ενώ την επόμενη ημέρα πήρε και τον υπολογιστή του. Όμως, τίποτα από αυτά δεν χρησιμοποιήθηκε στην έρευνα. Λίγες ημέρες πριν από τον θάνατο του Jools, είχε ξεκινήσει να απασχολεί τη δημοσιότητα η υπόθεση του 12χρονου Archie Battersbee. Η μητέρα του Archie πίστευε ότι είχε πεθάνει κατά λάθος, συμμετέχοντας σε μια διαδικτυακή «blackout» πρόκληση. «Ρώτησα την Αστυνομία αν θα μπορούσε να είναι το ίδιο, μια blackout πρόκληση. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την απάντησή τους», λέει η Roome. «Είπαν: “Μπορεί, αλλά δεν μπορούμε να το αποδείξουμε“». (Την ίδια στιγμή, το κινητό, το iPad και ο υπολογιστής του Jools παρέμεναν αχρησιμοποίητα.) «Αν ήταν δολοφονία, νομίζω θα είχε γίνει μεγαλύτερη έρευνα», λέει η Roome. Ένιωσε πως η Αστυνομία είχε τη στάση: «Αφού αυτοκτόνησε… ας προχωρήσουμε».
Η Roome είναι πλέον μέλος της ομάδας Bereaved Families for Online Safety, που έχει αγωνιστεί για νομοθετική αλλαγή μέσω του Online Safety Act και του νομοσχεδίου για τα δεδομένα (χρήση και πρόσβαση). Βάσει αυτών, οι εταιρείες τεχνολογίας θα υποχρεούνται να παρέχουν ιστορικό εφαρμογών ενός χρήστη, εφόσον ζητηθεί από ιατροδικαστή. Η επώδυνη εμπειρία της οικογένειας της Molly Russell ανέδειξε την ανάγκη για αυτό. Μετά την αυτοκτονία της 14χρονης Molly, οι γονείς της χρειάστηκαν πέντε χρόνια για να αποκτήσουν πρόσβαση στους λογαριασμούς της και αποκάλυψαν φρικιαστικό περιεχόμενο που, σύμφωνα με τον ιατροδικαστή, συνέβαλε σημαντικά στον θάνατό της.
Για τη Roome, η νομοθετική αλλαγή είναι θετική αλλά όχι επαρκής. Ζητά ένα εθνικό σύστημα κατά το οποίο ο ιατροδικαστής, μόλις ενημερωθεί για τον θάνατο ενός παιδιού, να αιτείται αυτόματα από την Ofcom εντολή προς τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης να διασφαλίσουν τα δεδομένα του παιδιού. «Θα έπρεπε να είναι τόσο αυτονόητο όσο η νεκροψία ή η τοξικολογική εξέταση», λέει. «Θα δείξει με ποιον μιλούσαν, τι είχαν στο μυαλό τους, τι περιεχόμενο αναζητούσαν και τι τους προτεινόταν. Όλη η ζωή ενός νέου ανθρώπου είναι στο τηλέφωνό του».
Το πρώτο της βήμα ήταν να επικοινωνήσει με τις εταιρείες κοινωνικής δικτύωσης και να ζητήσει τα δεδομένα του Jools. «Ακόμα και η επικοινωνία μαζί τους ήταν δύσκολη και χρονοβόρα», λέει. «Το Instagram απάντησε: “Δεν μπορούμε να παρέχουμε προσωπικά μηνύματα χωρίς νόμιμη δικαστική εντολή“. Το TikTok κανόνισε μια κλήση μέσω Zoom και μου είπαν ότι μπορεί να έχουν διαγράψει τα δεδομένα. Δεν είπαν ότι τα διέγραψαν – μόνο ότι “ίσως” να έχουν διαγραφεί», λέει η Roome. «Η απάντηση είναι πάντα πως, χωρίς δικαστική εντολή, δεν δίνουν τίποτα».
Ο Guardian επικοινώνησε επίσης με το Instagram. Εκπρόσωπος της εταιρείας ζήτησε συγγνώμη για την καθυστέρηση απάντησης στη Roome, την οποία απέδωσε σε αχρησιμοποίητη διεύθυνση email, κάτι που διορθώθηκε. Το Instagram δημιούργησε νέα δυνατότητα μέσω της οποίας οι γονείς μπορούν να αιτηθούν και να κατεβάσουν το ιστορικό του λογαριασμού του παιδιού τους, τις δημοσιεύσεις που αλληλεπιδρούσε και τους λογαριασμούς που ακολουθούσε. Η εταιρεία προσφέρθηκε να βοηθήσει τη Roome να χρησιμοποιήσει αυτή τη δυνατότητα.
Όταν ο Guardian απευθύνθηκε στην TikTok, η εταιρεία αρνήθηκε να προβεί σε επίσημη δήλωση, ωστόσο υποστήριξε πως δεν προσπαθεί να εμποδίσει την Ellen Roome να λάβει απαντήσεις. Σύμφωνα με την TikTok, είναι νομικά υποχρεωμένη να διαγράφει προσωπικά δεδομένα, εκτός εάν λάβει επίσημο αίτημα από τις αστυνομικές αρχές για τη διατήρησή τους. Μέχρι το 2024, όταν η εταιρεία κλήθηκε να παρέχει πληροφορίες για τον λογαριασμό του Jools, αυτός δεν ήταν πλέον διαθέσιμος.
Η Roome όμως δεν το πιστεύει. Έχει πλέον πίσω το τηλέφωνο του Jools, έχει καταφέρει να ξεκλειδώσει το PIN και πλήρωσε 20.000 λίρες για εξειδικευμένη ανάλυση. Αν και μπορεί να δει τον λογαριασμό TikTok του γιου της, μεγάλο μέρος του περιεχομένου είναι θαμπό και μη προσβάσιμο, χωρίς να γνωρίζει τον λόγο. Ωστόσο, κάθε μη διαθέσιμο βίντεο έχει έναν μοναδικό αριθμό ταυτοποίησης (ID). Αυτή τη στιγμή, προσφεύγει στο Ανώτατο Δικαστήριο ζητώντας να διεξαχθεί νέα ιατροδικαστική έρευνα, προκειμένου να μπορέσει ο ιατροδικαστής να αιτηθεί επίσημα τα δεδομένα του Jools. Παράλληλα, έχει κινηθεί νομικά κατά της TikTok, διεκδικώντας αποζημίωση για τον άδικο θάνατο του γιου της, μαζί με τρεις ακόμα γονείς που θεωρούν πως τα παιδιά τους πέθαναν συμμετέχοντας σε διαδικτυακή πρόκληση τύπου «blackout challenge». Ένα από τα παιδιά, ο 13χρονος Isaac Kenevan, είχε στο κινητό του τρία βίντεο (το ένα με το λογότυπο της TikTok) στα οποία φαινόταν να λιποθυμά εσκεμμένα και να ανακτά τις αισθήσεις του γελώντας. Υπάρχουν και άλλα στοιχεία σχετικά με τις συνθήκες των θανάτων που οδηγούν τους γονείς να πιστεύουν ότι δεν επρόκειτο για αυτοκτονία. «Ο Θεός να μας φυλάξει αν ακούσει κανείς τις συνομιλίες μας – έχουμε συζητήσει με κάθε λεπτομέρεια και συγκρίνει τις ομοιότητες», λέει η Roome. «Στην αγωγή, αρκεί να αποδείξουμε ότι υπάρχει 50% πιθανότητα τα γεγονότα να οφείλονται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να προχωρήσει η υπόθεση… και τότε θα είναι υποχρεωμένοι να δώσουν τα δεδομένα», αναφέρει χαρακτηριστικά.
