Θέλω πίσω εκείνα τα καλοκαίρια που πίναμε νερό από το λάστιχο και μετράγαμε μπάνια και παγωτά

Θέλω πίσω εκείνα τα καλοκαίρια που πίναμε νερό από το λάστιχο και μετράγαμε μπάνια και παγωτά

Νοσταλγώ εκείνα τα καλοκαίρια… ως παιδί της δεκαετίας του ’90. Μίας ξέγνοιαστης δεκαετίας για κάθε παιδί που μεγάλωσε τότε. Δεν είναι λίγες οι φορές που, όταν φτάνει ο Ιούνιος, ειδικά εκεί κάπου στις 15 του μήνα, που τελειώνουν τα σχολεία, αρχίζει το flash back.

Κι εκεί πατάω το rewind και η… βιντεοκασέτα (τι είναι αυτό θα ρωτήσει ένα σημερινό παιδί) των παιδικών χρόνων γυριζει στο παρελθόν.  Περιμέναμε πώς και πώς το καλοκαίρι από τον Μάρτιο, αφού μετά την παρέλαση της 25ης τρώγαμε το πρώτο μας παγωτό και ξεκινούσαμε το μέτρημα.

«Πόσα παγωτά έχεις φάει;» ήταν η κλασική ατάκα μεταξύ των παιδικών μας φίλων και των συμμαθητών μας που συναντιόμασταν στη γειτονιά ή στην αυλή του σχολείου -να σημειώσω ότι μεγάλωσα στην επαρχία- για να κάνουμε ποδήλατο, να παίξουμε μπάσκετ, μήλα ή κρυφτό. Και πριν ή μετά το παιχνίδι πηγαίναμε στο περίπτερο ή στο μπακάλικο και κρεμόμασταν σαν τις αράχνες πάνω από το ψυγείο για να πάρουμε το πυραυλάκι, το ξυλάκι μπανανόφατσα, τρελή πατούσα ή το κυπελλάκι με το δώρο στον πάτο.

Θέλω πίσω εκείνο το ανέμελο παιχνίδι που ξεκινούσε λίγο μετά το φαγητό και το πέρας της ώρας κοινής ησυχίας. Κοιτούσαμε το ρολόι σαν να δίναμε μικρές σπρωξιές στους δείχτες για να κάνουμε την ώρα να περάσει, να πάει 6 και να ξαμοληθούμε στις γειτονιές. Φωνές, γέλια, ουρλιαχτά, αγώνες ταχύτητας με το ποδήλατο ή απλά τρέχοντας, τα αγαπημένα «Αγαλματάκια ακούνητα», «1,2,3 κόκκινο φως» (ναι, ήμασταν πολύ «προχώ» και είχαμε από τότε Squid Game, απλά χωρίς πτώματα), λάστιχο, σκοινάκι και «σι μα ρι ό» αντηχούσαν παντού.

Θέλω πίσω εκείνο το διάλειμμα ανάμεσα στα παιχνίδια για να τρέξουμε στην πρώτη ελεύθερη βρύση που θα βρίσκαμε για να πιούμε νερό με τη χούφτα μας ή από το λάστιχο, χωρίς φυσικά να χάσουμε ευκαιρία να κάνουμε μούσκεμα τον διπλανό μας και να αρχίσει ξανά το κυνηγητό.

Θέλω πίσω εκείνες τις ατελείωτες τούμπες, τα γδαρμένα γόνατα που αποδεκάτιζαν το βάμμα ιωδίου και τα hansaplast (δεν είναι τοποθέτηση προϊόντος, απλά ως παιδί των ’90’s όλοι οι αυτοκόλλητοι επίδεσμοι είναι hansaplast, τα υγρά πιάτων AVA και τα καθαριστικά AZAX). Πόσες φορές γυρίζαμε γεμάτοι γρατσουνιές, μελανιές, σκισίματα και μετά η μαμά -αν δεν της είχαν πέσει τα μαλλιά- μας φρόντιζε τις πληγές, χωρίς φυσικά να παραλείπει να μας μαλώσει και λίγο. 

Θέλω πίσω αυτά τα καλοκαίρια που δεν είχαμε τάμπλετ ή κινητά, γιατί πολύ απλά δεν υπήρχαν. Μόνο τηλεόραση ή βίντεο που νοικιάζαμε βιντεοκασέτες με παιδικές ταινίες ή κινούμενα σχέδια από το video club. Ή όταν αράζαμε το μεσημέρι, παρακολουθούσαμε τα video clip των τραγουδιών που έκαναν τότε επιτυχίες στα ραδιόφωνα. Αυτά τα καλοκαίρια τα γεμάτα Στρουμφάκια, Θάντερκατς, Κάντι Κάντι, «Μη μου μιλάς για καλοκαίρια», «Είσαι σαν κουνέλι» και «Αγάπη καλοκαιρινή».

Θέλω πίσω εκείνα τα καλοκαιρινά σαββατοκύριακα που ξυπνούσαμε από νωρίς το πρωί, αφού ο μπαμπάς μας είχε τάξει να πάμε για μπάνιο. Άλλο μέτρημα από ‘κει. «Πόσα μπάνια έχεις κάνει;» η έτερη ερώτηση μετά τα παγωτά. Μάχες ολόκληρες για το ποιος θα βγει νικητής.  Σηκωνόμασταν αχάραγα, ψάχναμε το μαγιό μας, να βρούμε τα μπρατσάκια μας ή τα σωσίβιά μας, τα -ακαλαίσθητα ομολογουμένως- πλαστικά πεδιλάκια για τις πέτρες πιο μικροί, τα βατραχοπέδιλα και τις μάσκες μας, λίγο μεγαλύτεροι. 

Θέλω πίσω εκείνη την ώρα που «σκάγαμε» στην παραλία με φουσκωτές μπάλες και παίζαμε κάτι σαν water polo -μόνο τέτοιο δεν ήταν-, φρίσμπι, κάναμε «πατητές» με τους φίλους και τα αδέλφια μας ή μακροβούτια περνώντας κάτω από τα πόδια τους, «μαλώναμε» για το ποιος θα πάρει μία θέση στο στρώμα θαλάσσης με τους γονείς να φωνάζουν από την παραλία να μην απομακρυνόμαστε, αλλά εμείς να αγοράζουμε έναν αγρό… μα τι αγρό! 

Θέλω πίσω τις λακκούβες χωρίς πάτο που ανοίγαμε στην άμμο, τα κάστρα με τα κουβαδάκια μας που λειτουργούσαν σαν καλούπια για να έχουν το πιο τέλειο σχήμα. Κι όσο πιο τέλεια τα φτιάχναμε, τόσο θα ερχόταν ένα κύμα και θα τα χάλαγε όλα. Νόμος του Μέρφι ξεκάθαρα!

Θέλω πίσω τις στιγμές που ο μπαμπάς μάς φωνάζει να βγούμε επιτέλους από το νερό, αφενός γιατί είχαμε βγάλει λέπια, αφετέρου γιατί κάποια στιγμή έπρεπε να γυρίσουμε και στο σπίτι. Η χειρότερή μας ώρα… Πάντα βρίσκαμε μία δικαιολογία για να βρισκόμαστε στο νερό. Δήθεν να ξεπλύνουμε τις παντόφλες μας και… «ουπς! Σκόνταψα κι έπεσα μέσα στη θάλασσα». «Βρε πού τα πουλάς αυτά», ήταν η  απάντηση από τη μαμά που μας τύλιγε γύρω μας την πετσέτα για να αλλάξουμε μαγιό. 

Θέλω πίσω αυτήν την ανεμελιά…  Την ανεμελιά, της οποίας τη σημασία δεν μπορούσαμε να αντιληφθούμε τότε και βιαζόμασταν να μεγαλώσουμε. Ανυπομονούσαμε να γίνουμε… μεγάλοι για να κάνουμε ό,τι θέλουμε χωρίς τη μαμά και το μπαμπά να μας δίνουν εντολές.

Αυτό που έχει τη μεγαλύτερη σημασία στην επιθυμία να πατάω το rewind κάθε χρόνο, είναι ότι πράγματι εκείνα τα παιδικά χρόνια ήταν όμορφα και ανεπιτήδευτα, νιώθοντας απέραντη ευγνωμοσύνη για αυτό το υπέροχο παιδικό άλμπουμ γεμάτο φωτογραφίες τραβηγμένες με εκείνες τις παλιές φωτογραφικές μηχανές που έπαιρναν φιλμ… 

Διαβάστε επίσης:

Γιατί μπαίνει στο «κάδρο» των ερευνών και ο Μάνος Δασκαλάκης – Θα γίνει ντοκιμαντέρ η δολοφονία των 3 παιδιών;

«Ένα μεγάλο ευχαριστώ» για τις ευχές των παιδιών που γίνονται πραγματικότητα

Σταρόβας: “Η σχέση με την κόρη μου δεν είναι αυτή που θα ήθελα”