Μπορεί στο μέλλον μια απλή αιμοληψία να αποτελέσει μέρος του προληπτικού ελέγχου για τον καρκίνο του παχέος εντέρου; Οι νέες κατευθυντήριες οδηγίες της American Cancer Society (ACS) κάνουν ένα σημαντικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση, εντάσσοντας για πρώτη φορά τις εξετάσεις αίματος στις διαθέσιμες επιλογές προσυμπτωματικού ελέγχου.
Η εξέλιξη είναι σημαντική, χρειάζεται όμως σωστή ερμηνεία. Οι αιματολογικές εξετάσεις δεν παίρνουν τη θέση της κολονοσκόπησης ή των καθιερωμένων εξετάσεων κοπράνων. Προς το παρόν αποτελούν μια πρόσθετη επιλογή, κυρίως για ανθρώπους που διαφορετικά δεν θα έκαναν καθόλου τον απαραίτητο προληπτικό έλεγχο.
Οι Ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής του Νοσοκομείου «Αλεξάνδρα» της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, Δρ. Μαρία Καπαρέλου, Παθολόγος – Ογκολόγος, και Θάνος Δημόπουλος, Καθηγητής Θεραπευτικής – Ογκολογίας – Αιματολογίας, Διευθυντής της Θεραπευτικής Κλινικής και τ. Πρύτανης ΕΚΠΑ, εξηγούν τι αλλάζει και ποια είναι σήμερα τα όρια αυτών των εξετάσεων.
Γιατί είναι τόσο σημαντικός ο προληπτικός έλεγχος για τον καρκίνο του εντέρου
Ο καρκίνος του παχέος εντέρου συγκαταλέγεται στις συχνότερες μορφές καρκίνου. Ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του είναι ότι σε σημαντικό ποσοστό των περιπτώσεων μπορεί να προληφθεί.
Ο προσυμπτωματικός έλεγχος μπορεί να εντοπίσει προκαρκινικές αλλοιώσεις, όπως πολύποδες, πριν εξελιχθούν σε καρκίνο. Παράλληλα, όταν η νόσος διαγνωστεί σε πρώιμο στάδιο, οι πιθανότητες επιτυχούς αντιμετώπισης είναι σημαντικά μεγαλύτερες.
Γι’ αυτό και η American Cancer Society εξακολουθεί να συστήνει συστηματικό προσυμπτωματικό έλεγχο στα άτομα για τα οποία ενδείκνυται, με τις καθιερωμένες μεθόδους να παραμένουν στην πρώτη γραμμή.
Τι μπορούν να εντοπίσουν οι νέες εξετάσεις αίματος
Τα νέα αιματολογικά τεστ αναζητούν στο αίμα μοριακά «ίχνη» που μπορεί να συνδέονται με την παρουσία καρκίνου, όπως συγκεκριμένα πρότυπα μεθυλίωσης και άλλες γονιδιωματικές μεταβολές.
Τα τελευταία χρόνια έχουν ήδη εγκριθεί στις ΗΠΑ εξετάσεις αυτού του τύπου για τον προσυμπτωματικό έλεγχο ανθρώπων μέσου κινδύνου, γεγονός που άνοιξε τον δρόμο για την ένταξη των αιματολογικών τεστ στις νέες οδηγίες.
Η προοπτική μιας απλής αιμοληψίας είναι προφανώς ελκυστική. Το ερώτημα, όμως, είναι πόσο αποτελεσματικά μπορούν αυτά τα τεστ να εντοπίσουν τις αλλοιώσεις που μας ενδιαφέρουν περισσότερο στο πλαίσιο της πρόληψης.
Μπορούν να αντικαταστήσουν την κολονοσκόπηση;
Με τα σημερινά δεδομένα, όχι. Σύμφωνα με τις νέες κατευθυντήριες οδηγίες, οι εξετάσεις αίματος δεν αποτελούν προτιμώμενη μέθοδο screening.
Ο βασικός περιορισμός τους είναι ότι παρουσιάζουν χαμηλότερη ευαισθησία από τις καθιερωμένες μεθόδους στην ανίχνευση προχωρημένων προκαρκινικών αλλοιώσεων και καρκίνων σταδίου Ι.
Και αυτή η διαφορά είναι ουσιαστική. Ο στόχος του screening δεν περιορίζεται στο να βρεθεί ένας καρκίνος που έχει ήδη αναπτυχθεί. Ιδανικά, πρέπει να εντοπιστούν οι προκαρκινικές αλλοιώσεις εγκαίρως, ώστε να αφαιρεθούν πριν εξελιχθούν σε κακοήθεια.
Τότε γιατί εντάσσονται στις νέες οδηγίες;
Επειδή στην πραγματική ζωή πολλοί άνθρωποι δεν κάνουν τον προληπτικό έλεγχο που τους συστήνεται.
Η κολονοσκόπηση είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική, αλλά απαιτεί προετοιμασία του εντέρου, χρόνο και συνήθως καταστολή. Οι εξετάσεις κοπράνων είναι πολύ πιο απλές και μη επεμβατικές, ωστόσο αρκετοί άνθρωποι αποφεύγουν ή αναβάλλουν τη συλλογή δείγματος.
Μια εξέταση αίματος μπορεί να ξεπεράσει ορισμένα από αυτά τα εμπόδια. Για τον λόγο αυτό, η ACS προβλέπει έναν συγκεκριμένο ρόλο για τα αιματολογικά τεστ: μπορούν να αποτελέσουν επιλογή κυρίως για ανθρώπους που δεν επιθυμούν ή δεν ολοκληρώνουν κάποια από τις προτιμώμενες μεθόδους προσυμπτωματικού ελέγχου.
Με απλά λόγια, μια λιγότερο ευαίσθητη εξέταση που τελικά θα γίνει μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να είναι προτιμότερη από το να μη γίνει κανένας έλεγχος.
Τι συμβαίνει αν η εξέταση αίματος βγει θετική;
Εδώ οι ειδικοί είναι σαφείς. Ένα θετικό αποτέλεσμα σε αιματολογικό τεστ προσυμπτωματικού ελέγχου πρέπει να ακολουθείται από κολονοσκόπηση.
Το ίδιο ισχύει και όταν ένα μη επεμβατικό τεστ κοπράνων δώσει θετικό αποτέλεσμα. Χωρίς την επακόλουθη κολονοσκόπηση, ο προσυμπτωματικός έλεγχος δεν έχει ολοκληρωθεί.
Τι πρέπει να κρατήσουμε από τις νέες οδηγίες
Η προσθήκη των αιματολογικών εξετάσεων διευρύνει τις διαθέσιμες επιλογές και ενδέχεται να βοηθήσει περισσότερους ανθρώπους να συμμετέχουν στον προσυμπτωματικό έλεγχο.
Η κολονοσκόπηση και οι καθιερωμένες εξετάσεις κοπράνων, ωστόσο, εξακολουθούν να έχουν κεντρικό ρόλο. Η επιλογή της κατάλληλης μεθόδου εξαρτάται από την ηλικία, το ατομικό και οικογενειακό ιστορικό και τους παράγοντες κινδύνου και πρέπει να συζητείται με τον γιατρό.
Το σημαντικότερο είναι να μην αναβάλλεται ο έλεγχος. Στον καρκίνο του παχέος εντέρου, η πρόληψη και η έγκαιρη διάγνωση μπορούν να κάνουν ουσιαστική διαφορά.
