Ο τρίτος γιος, το στερνοπαίδι του Καλοκαιριού και της γυναίκας του της Ζέστης, όταν ήτανε μικρός φοβόταν τα σκοτάδια. Τη νύχτα δεν έλεγε να κοιμηθεί. Και μόλις έπαιρνε ο ύπνος τους γονείς του, στηνόταν στο παράθυρο και κοίταζε τ’ αστέρια ως το πρωί.
– Εεεε! Γιατί δεν πας να κοιμηθείς εσύ, μικρέ; του φώναξε μια νύχτα ένα αστεράκι. Τι περιμένεις;
– Περιμένω την αυγή, του αποκρίθηκε. Δε θέλω να ’μαι στα σκοτάδια…
– ΄Ακου τι περιμένει μες στη νύχτα! γέλασε το αστέρι. Και πώς σε λένε φίλε;
– Δεν έχω ακόμα όνομα, ντράπηκε κείνος. Ο παππούς ο Χρόνος όμως λέει πως, σαν έρθει η ώρα, θα με βαφτίσει ένας τρανός νονός, ο ΄Ηλιος!…
΄Ετσι κι έγινε. Σαν έκλεισε ο μικρός την έκτη μέρα, το Καλοκαίρι και η Ζέστη αποφάσισαν πως ήταν πια καιρός για τα βαφτίσια. Κάλεσαν φίλους, κάλεσαν συγγενείς κι ακούμπησαν το γιο τους στην πιο ψηλή κορφή ενός βουνού. Εκεί ο ΄Ηλιος, σαν νονός, πρώτα τον έλουσε και ύστερα τον τύλιξε με φως.
