Οι μαθησιακές ανάγκες των παιδιών με ήπια νοητική υστέρηση

Ο προσδιορισμός του τι ακριβώς συμβαίνει με τη γνωστική διαδικασία στα άτομα με νοητική υστέρηση και τι είναι εκείνο που δυσκολεύει τη μάθηση αποτελεί αντικείμενο πολλών ερευνών. Οι περισσότερες καταλήγουν ότι τα άτομα αυτά συνιστούν ένα ανομοιογενές σύνολο με κοινό χαρακτηριστικό τη μειωμένη μαθησιακή ικανότητα και τη βραδύτητα στην απόκτηση, επεξεργασία και συγκράτηση νέων πληροφοριών.

Γι’ αυτό κάθε άτομο με νοητική διαταραχή θα πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν μια ξεχωριστή και μοναδική προσωπικότητα με ιδιαίτερα ενδιαφέροντα, προβλήματα και ανάγκες. Η προσαρμοστική τους πάντως πορεία  εξαρτάται έτσι και αλλιώς σε μεγάλο βαθμό από τις απαιτήσεις του ίδιου του περιβάλλοντος στο οποίο ζουν.  Σε μια τάξη γενικού σχολείου συνήθως φοιτούν παιδιά με ήπια νοητική υστέρηση η οποία γίνεται αντιληπτή στα πρώτα έτη του δημοτικού σχολείου λόγω της εμφάνισης μαθησιακών δυσκολιών ή προβλημάτων συμπεριφοράς. Με ην ανάλογη καθοδήγηση, στήριξη και επίβλεψη όμως τα άτομα αυτά είναι ικανά να ζουν αυτόνομα στην κοινότητα και προσαρμόζονται σε ικανοποιητικό βαθμό στις απατήσεις του σχολικού περιβάλλοντος.

Στο νόμο 2817/2000 της Ειδικής Αγωγής ορίζονται σαφώς οι κατηγορίες μαθητών που έχουν ειδικές ανάγκες και η υποχρέωση του σχολείου και της πολιτείας να εφαρμόσει ειδικά προγράμματα, μεθόδους και υλικό, ώστε να διευκολυνθεί η εκπαίδευσή τους στα πλαίσια κυρίως της γενικής εκπαίδευσης. Το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο εκπόνησε Ενιαίο Διαθεματικό Πλαίσιο και νέα Αναλυτικά Προγράμματα Σπουδών. Η προσπάθεια αυτή έγινε για να εναρμονισθούν τα Προγράμματα Σπουδών της γενικής εκπαίδευσης με τα καινούρια δεδομένα της κοινωνίας της πληροφορίας και της γνώσης, της πολυπολιτισμικότητας αλλά και της αναγνώρισης των ειδικών εκπαιδευτικών αναγκών των μαθητών, όπως και των δικαιωμάτων τους για ένταξη και ισότιμη εκπαίδευση σε ένα ενιαίο σχολείο.

Για πρώτη φορά στα προγράμματα αυτά γίνονται αρκετές αναφορές στους μαθητές με ειδικές ανάγκες. Παρόλα αυτά και ενώ δημιουργούνται κάποιες ευνοϊκές συνθήκες στο γενικό σχολείο, οι μαθητές με ειδικές ανάγκες, χωρίς κατάλληλες προσαρμογές ή διαφοροποιημένα Αναλυτικά Προγράμματα Σπουδών, συναντούν τεράστια εμπόδια στην εκπαίδευσή τους. Υπάρχει βέβαια και η άποψη ότι αν ένα παιδί με νοητική υστέρηση δεν μπορεί να ωφεληθεί μαθησιακά μέσα στην κοινή τάξη μπορεί να εκπαιδεύεται και έξω από αυτήν για όσο διάστημα χρειαστεί. Οι υποστηρικτές όμως της πλήρους ενσωμάτωσης επιμένουν ότι πρωταρχικός ρόλος του σχολείου πρέπει να είναι η βελτίωση της κοινωνικής επάρκειας των παιδιών και η αλλαγή των στάσεων δασκάλου και μαθητών απέναντι στην κάθε μειονεξία.

Οι ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες των παιδιών με νοητική υστέρηση απαιτούν ειδικές μορφές μάθησης και διδασκαλίας. Πρωτίστως λοιπόν ο εκπαιδευτικός καλείται να αξιολογήσει τις εκπαιδευτικές ανάγκες του μαθητή σε σχέση με το βαθμό της νοητικής του υστέρησης και στη συνέχεια να καταρτίσει ένα ειδικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα, το οποίο θα ανταποκρίνεται στην ιδιαιτερότητά του. Σκοπός εδώ δεν πρέπει να είναι η “ποσότητα’’ αλλά η “ποιότητα’’ των μεταδιδόμενων γνώσεων. Η μάθηση στο παιδί με νοητική υστέρηση χαρακτηρίζεται από ακαμψία, ενώ η γενίκευση και η μεταφορά της είναι περιορισμένη. Η μάθηση και η μνημονική συγκράτηση και ανάπλαση των πληροφοριών διευκολύνονται όταν το άτομο που θέλει να τις μάθει ανακαλύψει τη σχέση εσωτερικής οργάνωσης και δομής που έχουν οι πληροφορίες αυτές.

Τούτο όμως απαιτεί, κατά τη γνώμη μου, όχι μόνο ιδιαίτερες και εξειδικευμένες γνώσεις του δασκάλου, αλλά και ιδιαίτερο υποστηρικτικό υλικό. Οι εκπαιδευτικές αντιλήψεις και οι διαμορφωμένες στάσεις δεν αλλάζουν ούτε με νόμους ούτε με ευχές ούτε με καλές προθέσεις και συμβουλές. Αλλάζουν αν αλλάξουμε και τα εργαλεία της δουλειάς, αυτά που χρησιμοποιούν και οι διδάσκοντες και οι διδασκόμενοι, αυτά που χρησιμοποιεί η διδακτική πράξη, όπως είναι τα σχολικά βιβλία και το διδακτικό υλικό.

Η όποια μεταρρύθμιση θα πρέπει να επιδιώκει  καλύτερες προσαρμογές του συστήματος στα νέα δεδομένακαι καλύτερες προσαρμογές της παρεχόμενης γνώσης στις νέες επιστημονικές και παιδαγωγικές αντιλήψεις. Αυτό το νέο πνεύμα μπορεί να πνεύσει μόνο με την ανανέωση των μαθημάτων, των προγραμμάτων και των μεθόδων διδασκαλίας, μέσα όμως από ένα σοβαρό, επιστημονικό και ειλικρινή διάλογο που θα περιλαμβάνει κυρίως τους ανθρώπους που βρίσκονται στην «πρώτη γραμμή» της εκπαίδευσης, τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς της καθημερινής σχολικής τάξης.

Στασινοπούλου  Τζωρτζίνα

Δασκάλα Ειδικής Αγωγής