Υπάρχει κάτι βαθύτερο πίσω από τις εικόνες των μαθητών που αποκλείουν τις εισόδους των σχολείων τους, από τα δακρυγόνα στους δρόμους του Παρισιού και από τις εκατοντάδες σχολικές μονάδες που δεν μπορούν να λειτουργήσουν κανονικά.
Γιατί ένας 17χρονος να βγει από το σχολείο και να κατέβει στον δρόμο; Δεν είναι δύσκολο να πεις ότι φταίνε οι ελλείψεις εκπαιδευτικών, οι κακές υποδομές, οι πολυπληθείς τάξεις ή η πίεση για την πρόσβαση στο πανεπιστήμιο. Όλα αυτά είναι πραγματικά. Όμως δεν είναι ολόκληρη η ιστορία.
Η μεγάλη μαθητική κινητοποίηση που συγκλονίζει αυτές τις ημέρες τη Γαλλία είναι, στην ουσία της, μια εξέγερση απέναντι στην αίσθηση ότι το σχολείο δεν μπορεί πλέον να εγγυηθεί στα παιδιά ότι ξεκινούν από την ίδια αφετηρία. Και αυτή είναι μια συζήτηση που δεν αφορά μόνο τη Γαλλία.
«Η διεύθυνσή μας δεν πρέπει να αποφασίζει για το μέλλον μας»
Η φράση που κρατούσε σε πλακάτ μια μαθήτρια σε σχολείο του Ομπερβιλιέ είναι ίσως η πιο δυνατή συμπύκνωση όσων συμβαίνουν: «Η διεύθυνσή μας δεν πρέπει να αποφασίζει για το μέλλον μας».
Γιατί αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα. Ένα παιδί που μεγαλώνει σε μια εύπορη περιοχή, με ένα σχολείο που διαθέτει επαρκείς καθηγητές, σύγχρονες υποδομές, υποστήριξη και οικογένεια που μπορεί να καλύψει όσα το δημόσιο σχολείο δεν προλαβαίνει να δώσει, έχει διαφορετικές πιθανότητες από ένα παιδί που φοιτά σε μια υποβαθμισμένη περιοχή, σε μια τάξη 35 ή 40 μαθητών, με εκπαιδευτικούς που απουσιάζουν και μαθήματα που δεν γίνονται.
Το παιδί είναι το ίδιο. Οι δυνατότητές του μπορεί να είναι οι ίδιες. Αυτό που δεν είναι ίδιο είναι το περιβάλλον μέσα στο οποίο καλείται να τις αναπτύξει. Και εδώ βρίσκεται η ουσία της γαλλικής κρίσης.
Δεν είναι απλώς ότι «λείπουν καθηγητές»
Τα στοιχεία του ΟΟΣΑ είναι αποκαλυπτικά. Στα δεδομένα του PISA 2025, το 45% των μαθητών στη Γαλλία φοιτά σε σχολεία όπου οι διευθυντές δηλώνουν ότι η διδασκαλία επηρεάζεται τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό από την έλλειψη εκπαιδευτικών. Το αντίστοιχο ποσοστό στον ΟΟΣΑ είναι 39%.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι αυτό που συμβαίνει με τις κοινωνικές ανισότητες. Στη Γαλλία, οι μαθητές που βρίσκονται στο ανώτερο 25% της κοινωνικοοικονομικής κλίμακας ξεπερνούν κατά 100 μονάδες στις φυσικές επιστήμες εκείνους που βρίσκονται στο κατώτερο 25%. Η διαφορά αυτή είναι μεγαλύτερη από τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ, που βρίσκεται στις 85 μονάδες.
Με άλλα λόγια, το σχολείο δεν λειτουργεί μέσα σε κοινωνικό κενό. Η οικογένεια, η οικονομική κατάσταση, η περιοχή, οι δυνατότητες που υπάρχουν γύρω από ένα παιδί, όλα αυτά μπαίνουν τελικά μέσα στην τάξη μαζί του.
Όταν ένα παιδί μαθαίνει πολύ νωρίς ότι «δεν είναι για εκείνο»
Η εκπαίδευση δεν είναι μόνο μαθηματικά, γλώσσα, φυσική και βαθμοί. Είναι και το μήνυμα που παίρνει ένα παιδί για τον εαυτό του. «Μπορώ». Ή: «Δεν μπορώ».
Αν ένα παιδί βλέπει ότι στο σχολείο του δεν υπάρχει καθηγητής για εβδομάδες, ότι το κτίριο καταρρέει, ότι δεν υπάρχει επαρκής υποστήριξη, ότι οι ευκαιρίες του είναι περιορισμένες και ότι άλλοι συνομήλικοί του έχουν πρόσβαση σε πολύ περισσότερα, κάποια στιγμή δεν αισθάνεται απλώς ότι αδικείται.
Αισθάνεται ότι το σύστημα το έχει ήδη κατατάξει. Και τότε η εκπαιδευτική ανισότητα μετατρέπεται σε κοινωνική ανισότητα. Αυτός είναι ο λόγος που οι σημερινές κινητοποιήσεις έχουν πάρει τόσο μεγάλη έκταση. Δεν ξεκίνησαν από ένα μεγάλο πολιτικό σύνθημα. Ξεκίνησαν από κάτι πολύ πιο απλό: «Θέλουμε να κάνουμε μάθημα». Στις 17 Σεπτεμβρίου, μαθητές σε λύκειο του Κρετέιγ κινητοποιήθηκαν αρχικά για τις ελλείψεις προσωπικού. Σε λιγότερο από τρεις εβδομάδες, το ζήτημα είχε μετατραπεί σε πανεθνικό κίνημα. Στις 6 Οκτωβρίου, η τρίτη μεγάλη ημέρα κινητοποιήσεων συγκέντρωσε περίπου 266.000 ανθρώπους σε ολόκληρη τη Γαλλία, σύμφωνα με τις επίσημες εκτιμήσεις.
Και πλέον στους δρόμους δεν βρίσκονται μόνο μαθητές. Βρίσκονται εκπαιδευτικοί, γονείς, συνδικάτα, φοιτητές και άνθρωποι που βλέπουν στη διαμαρτυρία των παιδιών τους μια ευρύτερη κρίση του δημόσιου σχολείου.
Η βία δεν μπορεί να γίνει απάντηση
Υπάρχει, βέβαια, και η άλλη πλευρά. Οι εικόνες βίας, οι πυρκαγιές, οι επιθέσεις, οι καταστροφές σχολικών κτιρίων και οι συγκρούσεις με την αστυνομία δεν μπορούν να δικαιολογηθούν επειδή πίσω από μια διαμαρτυρία υπάρχει ένα δίκαιο αίτημα.
Το ίδιο ισχύει και για την αστυνομική βία, όταν αυτή υπερβαίνει τα όρια που πρέπει να ισχύουν απέναντι σε ανήλικους διαδηλωτές. Η προστασία των μαθητών και η διασφάλιση της δημόσιας τάξης δεν είναι αντίθετες έννοιες. Το κράτος οφείλει να κάνει και τα δύο.
Όμως υπάρχει ένας κίνδυνος όταν μια κυβέρνηση κοιτάζει μόνο τις εικόνες της βίας: να ξεχάσει τι υπήρχε πριν από αυτές. Πριν από τις φωτιές υπήρχαν οι άδειες αίθουσες. Πριν από τα οδοφράγματα υπήρχαν οι καθηγητές που δεν είχαν αντικατασταθεί.
Πριν από τις συγκρούσεις υπήρχαν οι μαθητές που έλεγαν ότι δεν κάνουν τα μαθήματά τους. Και πριν από όλα αυτά υπήρχε ένα πολύ παλιότερο πρόβλημα: η αίσθηση ότι η ποιότητα της εκπαίδευσης δεν είναι ίδια για όλους.
Το σχολείο δεν μπορεί να διορθώσει μόνο του τις ανισότητες της κοινωνίας
Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη παγίδα. Ζητάμε από το σχολείο να διορθώσει σχεδόν τα πάντα: τη φτώχεια, τις κοινωνικές ανισότητες, την έλλειψη ευκαιριών, την ψυχική πίεση των παιδιών, τον ψηφιακό εθισμό, τον σχολικό εκφοβισμό, τις οικογενειακές δυσκολίες.
Όμως το σχολείο δεν μπορεί να κάνει μόνο του αυτή τη δουλειά. Χρειάζεται εκπαιδευτικούς. Χρειάζεται ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς. Χρειάζεται σύγχρονες υποδομές. Χρειάζεται μικρότερες τάξεις όπου αυτό είναι απαραίτητο. Χρειάζεται χρόνο. Χρειάζεται στήριξη της οικογένειας. Και πάνω απ’ όλα χρειάζεται μια πολιτεία που να θεωρεί την εκπαίδευση επένδυση και όχι απλώς μια ακόμη γραμμή στον προϋπολογισμό.
Η Γαλλία μπορεί να λέει ότι αυξάνει τις δαπάνες της για την εκπαίδευση. Και πράγματι, το σχέδιο προϋπολογισμού του 2027 προβλέπει επιπλέον 1,2 δισ. ευρώ για την Εθνική Παιδεία. Όμως οι μαθητές απαντούν ότι το πρόβλημα δεν λύνεται μόνο με έναν μεγαλύτερο αριθμό στον προϋπολογισμό.
Θέλουν να δουν τον καθηγητή μέσα στην αίθουσα. Θέλουν να μπορούν να κάνουν το μάθημά τους. Θέλουν να ξέρουν ότι το σχολείο τους δεν είναι δεύτερης κατηγορίας. Και η κυβέρνηση, υπό την πίεση των κινητοποιήσεων, ανακοίνωσε ήδη πέντε άξονες εργασίας: κάλυψη των μαθημάτων, βελτίωση των σχολικών εγκαταστάσεων, καλύτερη οργάνωση της σχολικής ημέρας, μεγαλύτερη διαφάνεια στο Parcoursup (η γαλλική ηλεκτρονική πλατφόρμα μέσω της οποίας οι μαθητές υποβάλλουν αιτήσεις για την ανώτατη εκπαίδευση. Οι μαθητές και οι εκπαιδευτικοί ζητούν να είναι πιο κατανοητό πώς αξιολογούνται οι υποψηφιότητες και πώς λαμβάνονται οι αποφάσεις για την εισαγωγή) και ουσιαστική αξιοποίηση της φωνής των μαθητών.
Το πιο ανησυχητικό μήνυμα έρχεται από τα ίδια τα παιδιά
Ίσως τελικά αυτό είναι που πρέπει να ακούσουμε περισσότερο. Όχι τις πολιτικές αντιπαραθέσεις. Όχι μόνο τους αριθμούς των συλλήψεων. Όχι μόνο τις εικόνες από τις συγκρούσεις. Αλλά τα παιδιά. Ένα παιδί που λέει ότι θέλει να γίνει καθηγητής αλλά έδωσε εξετάσεις χωρίς να έχει καθηγητή στο μάθημά του. Ένα παιδί που λέει ότι στην τάξη του είναι 35 ή 40 μαθητές. Ένα παιδί που κοιτάζει το σχολείο της διπλανής περιοχής και καταλαβαίνει ότι οι συνθήκες δεν είναι ίδιες. Ένα παιδί που φοβάται ότι το κοινωνικό του υπόβαθρο θα προδιαγράψει το μέλλον του. Αυτό δεν είναι απλώς μαθητική γκρίνια. Είναι ένα πολύ σοβαρό μήνυμα προς τους ενήλικες.
Και τελικά, τι μας λέει αυτό για τα δικά μας παιδιά;
Ίσως το πιο σημαντικό μάθημα από τη Γαλλία να μην αφορά καθόλου τη Γαλλία. Αφορά την ιδέα που έχουμε για το σχολείο.
Θέλουμε ένα σχολείο που απλώς θα κρατά τα παιδιά μέσα σε μια αίθουσα ή ένα σχολείο που θα τους ανοίγει πραγματικά δρόμους; Γιατί η ισότητα δεν σημαίνει να δίνουμε ακριβώς τα ίδια σε όλα τα παιδιά. Σημαίνει να φροντίζουμε ώστε ένα παιδί που ξεκινά από δυσκολότερη θέση να μην καταδικάζεται εξαιτίας αυτής της αφετηρίας.
Το σχολείο είναι ίσως ο τελευταίος μεγάλος θεσμός που μπορεί να το πετύχει. Αν λειτουργεί. Αν έχει ανθρώπους. Αν έχει πόρους. Αν ακούει τα παιδιά. Και κυρίως, αν εξακολουθεί να πιστεύει ότι ένα παιδί δεν πρέπει να είναι καταδικασμένο από τη γειτονιά στην οποία γεννήθηκε, το εισόδημα των γονιών του ή το σχολείο στο οποίο έτυχε να φοιτήσει. Οι μαθητές της Γαλλίας δεν μας θυμίζουν απλώς ότι οι νέοι μπορούν να διαμαρτυρηθούν. Μας θυμίζουν κάτι πολύ πιο σημαντικό: Ότι τα παιδιά καταλαβαίνουν πολύ νωρίτερα από όσο νομίζουμε πότε ένα σύστημα είναι δίκαιο και πότε δεν είναι. Και όταν το καταλάβουν, κάποια στιγμή θα ζητήσουν να τους ακούσουμε.
