Το παρακάτω κείμενο έφτασε στο email μας από έναν εργαζόμενο γονέα. Δεν γνωρίζουμε αν συμφωνούν όλοι μαζί του. Γνωρίζουμε όμως ότι εκφράζει μια αγωνία που ακούγεται όλο και συχνότερα κάθε καλοκαίρι: πώς συμβιβάζεται ένα σχολικό ημερολόγιο σχεδιασμένο δεκαετίες πριν με τις ανάγκες των οικογενειών του 2026;
Ακολουθεί το γράμμα.
«Αγαπητό υπουργείο Παιδείας,
Θέλω να σας κάνω μια απλή ερώτηση.
Πού πηγαίνει ένα παιδί όταν οι γονείς του δουλεύουν;
Όχι για δύο εβδομάδες.
Για σχεδόν τρεις μήνες.
Γιατί κάπου εκεί στα μέσα Ιουνίου κλείνει το σχολείο. Και ανοίγει ξανά τον Σεπτέμβριο.
Στο μεταξύ, οι περισσότεροι από εμάς έχουμε 20 ή 25 ημέρες άδεια. Αν είμαστε τυχεροί.
Οι υπόλοιπες εβδομάδες πώς καλύπτονται;
Με summer camps και κατασκηνώσεις.
Με γιαγιάδες που κουράζονται.
Με παππούδες που πολλές φορές εργάζονται ακόμη ή δεν μένουν καν στην ίδια πόλη.
Με φίλους.
Με babysitters.
Με τηλεργασία που γίνεται με ένα παιδί δίπλα να ζητάει παρέα.
Με τύψεις.
Με άγχος.
Με ολόκληρη την καθημερινότητα να μετατρέπεται σε μια άσκηση επιβίωσης.
Δεν παραπονιέμαι για τα camps και για τις κατασκηνώσεις. Αντίθετα, λέω ευτυχώς που υπάρχουν.
Οι δήμοι, οι αθλητικοί σύλλογοι, τα μουσεία και οι ιδιωτικοί φορείς έχουν καλύψει ένα τεράστιο κενό που άφησε το κράτος.
Το ερώτημα είναι άλλο.
Πότε αποφασίσαμε ότι είναι φυσιολογικό η λύση να μην είναι το σχολείο αλλά μια παράλληλη αγορά που δημιουργήθηκε για να καλύψει την απουσία του; Και πότε συμφωνήσαμε ότι μπορεί η μέση ελληνικη οικογένεια να αντέχει το κόστος της απασχόλησης του παιδιού περίπου 2,5 μήνες κάθε καλοκαίρι;
Το σχολικό ημερολόγιο σχεδιάστηκε σε μια άλλη εποχή. Τότε που υπήρχε σχεδόν πάντα ένας γονιός στο σπίτι.
Τότε που οι γιαγιάδες ήταν πενήντα ετών και όχι εβδομήντα πέντε.
Τότε που δεν υπήρχαν τόσες μονογονεϊκές οικογένειες.
Τότε που δεν χρειαζόταν δύο μισθοί για να πληρωθεί το ενοίκιο.
Σήμερα η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Οι περισσότεροι γονείς εργάζονται. Αρκετοί κάνουν δύο δουλειές. Άλλοι εργάζονται σε βάρδιες. Κάποιοι είναι ελεύθεροι επαγγελματίες και αν δεν δουλέψουν, δεν πληρώνονται.
Κι όμως, το σχολικό ημερολόγιο παραμένει σχεδόν ίδιο εδώ και δεκαετίες.
Κάθε καλοκαίρι ακούμε τις ίδιες ερωτήσεις.
«Βρήκατε camp;», «Βρήκατε κατασκήνωση;»
«Μέχρι πότε κρατάει;»
«Ποιος θα πάρει το παιδί από το camp;»
Σχεδόν κανείς όμως δεν ρωτά το αυτονόητο. Μήπως ήρθε η ώρα να ξαναδούμε συνολικά πώς οργανώνεται ο σχολικός χρόνος;
Δεν λέω να στερηθούν τα παιδιά τις διακοπές τους. Τις χρειάζονται. Ούτε λέω να μη ξεκουράζονται οι εκπαιδευτικοί.
Αυτό όμως που μας διαφεύγει είναι ότι η κοινωνία του 2026 δεν μοιάζει με την κοινωνία του 1986. Κι όμως, εμείς εκεί… συνεχίζουμε να λειτουργούμε σαν να μην άλλαξε τίποτα.
Ίσως ήρθε η ώρα να ανοίξει μια σοβαρή συζήτηση για βιώσιμες λύσεις.
Για ένα σχολικό ημερολόγιο που να υπηρετεί τα παιδιά, αλλά και τις οικογένειες που πασχίζουν κάθε μέρα να τα μεγαλώσουν και με ασφάλεια και να οτυς προσφέρουν ό,τι περισσότερο μπορούν».
Μήπως ήρθε η ώρα να ανοίξει η συζήτηση;
Το γράμμα που λάβαμε και αναδημοσιοεύουμε προφανώς δεν στρέφεται απέναντι στους εκπαιδευτικούς. Ούτε υποστηρίζει ότι τα παιδιά δεν χρειάζονται διακοπές. Θέτει όμως ένα ερώτημα που αφορά σε όλο και περισσότερες οικογένειες.
Σήμερα οι περισσότεροι γονείς εργάζονται και οι δύο. Πολλοί κάνουν περισσότερες από μία δουλειές, αρκετοί μεγαλώνουν μόνοι τα παιδιά τους και οι παππούδες δεν μπορούν πάντα να αναλάβουν τη φροντίδα τους για εβδομάδες.
Κι όμως, το σχολικό ημερολόγιο παραμένει σχεδόν ίδιο εδώ και δεκαετίες: 2 εβδομάδες διακοπές Χριστούγεννα και Πάσχα και 3 μήνες το καλοκαίρι.
Μετά τις κατασκηνώσεις που όπως δείχνει η καθημερινότητα δεν ταιριάζουν σε όλα τα παιδιά, η λύση που έχει επικρατήσει είναι τα summer camps. Δημόσια και ιδιωτικά. Πολλά από αυτά προσφέρουν εξαιρετικό πρόγραμμα και αποτελούν πραγματική βοήθεια. Ωστόσο, δημιουργήθηκαν για να καλύψουν ένα κενό και όχι επειδή σχεδιάστηκαν ως βασικός πυλώνας της σχολικής ζωής. Και προφανώς ας μην αναφερθούμε στο πώς επιβαρύνουν τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Το ερώτημα, λοιπόν, είναι αν αυτό το μοντέλο εξακολουθεί να εξυπηρετεί τις σύγχρονες οικογένειες.
Τι γίνεται στην Ευρώπη;
Η εικόνα στην Ευρώπη δεν είναι ενιαία. Στις μεσογειακές χώρες οι θερινές διακοπές παραμένουν συνήθως μεγάλες: στην Ελλάδα και την Ιταλία φτάνουν περίπου τις 12 με 13 εβδομάδες, στην Ισπανία κυμαίνονται γύρω στις 11 με 12, ανάλογα με την αυτόνομη κοινότητα, ενώ αντίστοιχη διάρκεια συναντάται στην Πορτογαλία και τη Μάλτα. Στη Γαλλία, αντίθετα, περιορίζονται περίπου στις οκτώ εβδομάδες, με περισσότερες διακοπές κατανεμημένες μέσα στη σχολική χρονιά. Η ουσιαστική διαφορά, επομένως, δεν βρίσκεται μόνο στη διάρκεια του καλοκαιρινού διαλείμματος, αλλά και στις δομές που υποστηρίζουν τις οικογένειες όσο τα σχολεία παραμένουν κλειστά. Σε αρκετές χώρες λειτουργούν οργανωμένα και επιδοτούμενα δημοτικά προγράμματα δημιουργικής απασχόλησης, θερινά κέντρα και δράσεις μέσα ή κοντά στις σχολικές μονάδες. Σύμφωνα με το ευρωπαϊκό δίκτυο Eurydice, οι αποκλίσεις στα σχολικά ημερολόγια παραμένουν μεγάλες και αντανακλούν διαφορετικές εθνικές επιλογές για την κατανομή του σχολικού χρόνου
Υπάρχουν λύσεις;
Το θέμα δεν είναι αν πρέπει να καταργηθούν οι καλοκαιρινές διακοπές. Το ζητούμενο είναι αν μπορούν να οργανωθούν διαφορετικά.
Μερικές ιδέες που συζητούνται διεθνώς είναι:
- προαιρετικά θερινά προγράμματα μέσα στα δημόσια σχολεία με δημιουργικές δραστηριότητες και όχι κανονικά μαθήματα,
- μεγαλύτερη συμμετοχή των δήμων σε δωρεάν προγράμματα για όλα τα παιδιά,
- ευελιξία στο σχολικό ημερολόγιο με ανακατανομή μέρους των διακοπών μέσα στη χρονιά,
- καλύτερος συντονισμός ανάμεσα στο σχολικό ημερολόγιο και στις εργασιακές άδειες των γονέων.
Εσείς τι πιστεύετε;
Υπάρχει άραγε περιθώριο να αλλάξει ένα μοντέλο που εφαρμόζεται εδώ και δεκαετίες ή οι μεγάλες καλοκαιρινές διακοπές αποτελούν ένα αναντικατάστατο κομμάτι της παιδικής ηλικίας;
Η συζήτηση έχει ήδη ξεκινήσει σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Ίσως ήρθε η ώρα να γίνει με ψυχραιμία και χωρίς κορώνες και στην Ελλάδα.
