Δώρα Τσαμπάζη: «Τα παιδιά μας πιστεύουν, ότι ο Αλέξανδρος μας προστατεύει. Είναι πολύ ανακουφιστικό για την παιδική ψυχή»

Η Δώρα Τσαμπάζη είναι η μαχήτρια σύντροφος του Αλέξανδρου Νικολαΐδη που πάλεψε ενάντια σε μια σπάνια μορφή καρκίνου.

Η Δώρα είναι η τρυφερή μητέρα δύο παιδιών, η εξαιρετική επαγγελματίας, η πολιτικός. Εκείνη που την έβλεπαν πλάτανο, όταν ήταν φυλλαράκι. Ένα φυλλαράκι που δεν το πήρε ο άνεμος, που πάλεψε και νίκησε.

Σήμερα με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα κατά του παιδικού και εφηβικού καρκίνου, μας μιλά για την αρρώστια, την απώλεια, το τραύμα, τα παιδιά και τη διαχείρισή τους.  Διαβάστε την.

Πριν από όλα είστε μια μαμά με δύο μικρά παιδάκια (4 και 7 ετών) που πρόσφατα μετακομίσατε από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα. Ήταν εύκολο αυτό;

«Την απόφαση την πήρα στα μέσα του καλοκαιριού του 23. Ψάχνοντας δουλειά και έχοντας πολλά χρόνια που ζούσα στη Θεσσαλονίκη. Ήταν τόσο επαγγελματικός ο λόγος, όσο και μια απόφαση για να ανανεωθούμε. Αρχικά υπήρχε μια διστακτικότητα για το πώς θα προσαρμοστούμε. Όχι για έμενα αλλά κυρίως για τα παιδιά. Όμως πήγαν όλα ανέλπιστα καλά».

Μα τα παιδιά ακολουθούν εμάς, δεν είναι πολύ εύκολο για εκείνα να προσαρμοστούν;

«Αυτό που είπατε είναι μια πολύ μεγάλη αλήθεια. Μου το λέγανε και οι ψυχολόγοι ότι όπου είναι η μαμά καλά, είναι και τα παιδιά καλά. Και πράγματι εκείνα με έβλεπαν καλά. Για την καινούργια δουλειά, για το καινούργιο σπίτι. Με έβλεπαν ενθουσιασμένη και είχαν τον ίδιο ενθουσιασμό και εκείνα. Βοήθησε πάρα πολύ ότι έχουμε φίλους εδώ. Είναι οι κουμπάροι μας οι νονοί των παιδιών».

Έτσι είχατε ένα περιβάλλον για να ακουμπήσετε.

«Ναι, γιατί έτσι δεν αισθανθήκαμε ότι είμαστε σε ξένη πόλη. Είναι μια αλλαγή που όχι απλά δεν την μετάνιωσα, αλλά δικαιώθηκα εντελώς που την επέλεξα. Και για μένα και για τα παιδιά».

Προσαρμόστηκαν εύκολα στα σχολεία τους;

«Η προσαρμογή στα σχολεία ήταν εξαιρετική μετά από δυο μόλις εβδομάδες που επικοινώνησα με τις δασκάλες πήρα συγχαρητήρια. Για το πόσο έχω δουλέψει με τα παιδιά. Πόσο τους έχω εξηγήσει -στο μέτρο που επιτρέπει η ηλικία τους- την κατάσταση. Όχι ότι δεν έχουν τραυματιστεί βαθιά, αλλά ότι μπορούν να εξωτερικεύσουν την απώλεια του πατέρα τους και παράλληλα να παραμένουν δύο κοινωνικά, φυσιολογικά παιδιά που είναι αγαπητά και από τα άλλα παιδιά, είναι κάτι που με κάνει χαρούμενη».

Χαρά και επιβεβαίωση;

«Πολύ, πάρα πολύ. Γιατί δεν με ενδιαφέρει, δεν με ενδιέφερε ποτέ το μαθησιακό κομμάτι. Με ενδιαφέρει το συναισθηματικό γιατί έτσι θα ξέρουν να βαδίσουν και στα σημαντικά μονοπάτια της ζωής, το άλλο έρχεται δεύτερο για μένα».

Φαντάζομαι ότι δεν έχει σχέση με την απώλεια του μπαμπά, αυτό προϋπήρχε;

«Ναι, γιατί για μένα πρωτεύον είναι τα παιδιά μου να είναι ευτυχισμένα, να είναι κοινωνικά, να έχουν ενσυναίσθηση. Και την έχουν το βλέπω τώρα, στα άλλα παιδάκια γίνονται τείχος για να τα προστατεύσουν. Τους μιλάω από πολύ μικρά για την αδικία. Τι πρέπει και τι δεν πρέπει να κάνουμε στους συμμαθητές μας. Πώς πρέπει να αντιμετωπίζουμε άσχημες καταστάσεις. Και χαίρομαι πάρα πολύ που αυτό έχει γίνει κομμάτι του χαρακτήρα τους. Για μένα αυτό ήταν και παραμένει το πρωτεύον».

 Η διαχείριση της απώλειας

Θα ήθελα να περάσουμε στο ζήτημα της απώλειας και της διαχείρισής τους, ως προς τα παιδιά. Μας διαβάζει αυτή τη στιγμή ένας γονιός που έχει βρεθεί στην ίδια θέση με εσάς. Πώς να το διαχειριστεί; Τι να πει; Πώς να το εξηγήσει;

«Η εμπειρία μου αλλά το λένε και όλοι οι παιδοψυχολόγοι, είναι ότι αν βρεθεί κάποιος σε αυτή τη θέση, αν στο σπίτι ένας από τους δύο γονείς νοσεί από καρκίνο, το παιδί πρέπει να γνωρίζει την αλήθεια από την αρχή. Να είναι προετοιμασμένο και να ξέρει ακριβώς τι συμβαίνει. Ότι άκου, αντιμετωπίζουμε αυτό και είναι σοβαρό. Δεν γνωρίζουμε την εξέλιξή του, αλλά οι γιατροί κάνουν τα πάντα για να πάει όσο καλύτερα γίνεται, δεν ξέρουμε που θα βγάλει, θα δούμε».

Βοηθάει η αλήθεια;

«Αυτή είναι η πιο σωστή αντιμετώπιση, γιατί το να προσπαθείς να πείσεις ένα παιδί ότι όλα θα πάνε καλά, ενώ εκείνο έχει τη νοημοσύνη να καταλάβει τι συμβαίνει είναι εντελώς λάθος. Δηλαδή η εικόνα του γονιού δεν είναι αυτή του θα πάει καλά και έτσι αντιλαμβάνεται ότι το κοροϊδεύεις. Και χάνεται η εμπιστοσύνη προς εσένα και σε όλους τους ανθρώπους που θα ακολουθήσουν στη ζωή του. Το λες με αυτό τον τρόπο. Το λες έτσι απλά ώστε και το παιδί να μπορεί να διαχειριστεί το ενδεχόμενο της απώλειας, που στη δική μας περίπτωση ήρθε».

Και μετά την απώλεια;

«Και μετά επιλέγεις τον τρόπο που θέλεις να ζήσει, να συνεχίσει να υπάρχει αυτός ο γονιός, έστω σε ένα άλλο επίπεδο. Εγώ θεώρησα και πάλι μετά από συζήτηση με τον παιδοψυχολόγο μου, ότι συνεχίζει να υπάρχει ως ψυχή κάπου. Με μια υπόσταση. Αόρατη που όμως εκείνος μπορεί να μας δει και να μας προστατεύσει, αλλά εμείς δεν μπορούμε. Αλλά θα ήθελε να είναι πάντα κοντά μας και συνεχίζει και είναι. Με έναν άλλο τρόπο, να μας προστατεύει και να μας καθοδηγεί. Είναι κάτι που είναι πολύ ανακουφιστικό για την παιδική ψυχή».

Μιλάτε για εκείνον;

«Ο μπαμπάς παραμένει κομμάτι της συζήτησης. Δεν είναι ο ελέφαντας στο δωμάτιο για τον οποίο δεν μιλάμε. Θα πούμε: αυτό θα άρεσε πολύ στον μπαμπά. Αυτό το φαγητό θα το έτρωγε, εδώ θα του άρεσε να είναι. Υπάρχει καθημερινά σε όλες μας τις κουβέντες παντού. Βέβαια, αυτό φέρνει σε αμηχανία τους άλλους που μπορεί να είναι παρόντες σε μια τέτοια συζήτηση. Αλλά δεν με αφορά στην παρούσα. Δεν θέλω να νομίζουν ότι ζούμε σε ένα ροζ συννεφάκι που δεν μιλάμε για αυτό. Εμάς είναι η καθημερινότητά μας. Που ο πατέρας τους  και σύντροφος μου, υπάρχει με έναν άλλο τρόπο πιο πνευματικό. Βρίσκουμε όλοι έναν τρόπο. Θα φέρω ένα παράδειγμα. Η Μάγδα Φύσσα συνεχίζει να έχει το γιο της, βρίσκοντας τρόπους να υπάρχει μαζί του. Το αντιφασιστικό κίνημα. Όλες αυτές τις συναυλίες, τους φίλους του παιδιού της, να κρατάει ζωντανό αυτό που ήθελε εκείνος να κάνει».

Πέρα από τα παιδιά, τι κάνατε εσείς για να μπορέσετε να προχωρήσετε, να το διαχειριστείτε;

 «Έφυγα από το γιατί, είχα τα μάτια μου ανοιχτά ότι γύρω μας συμβαίνουν καθημερινά τέτοια τραγικά πράγματα. Την εποχή που έφυγε ο Αλέξανδρος είχαμε τραγικές απώλειες. Είχαμε τους τέσσερεις πιλότους, της πολεμικής αεροπορίας. Είχαμε το δυστύχημα στα Τέμπη. Είχαμε το σεισμό στην Τουρκία. Έχω τα μάτια μου ανοιχτά, να κατανοώ και να βλέπω ότι ο θάνατος είναι μέσα στη ζωή. Να μην λέω γιατί σε μένα, καθώς δεν συμβαίνει μόνο σε μένα, συμβαίνει κάθε μέρα σε πάρα πολύ κόσμο. Κανενός η ζωή δεν είναι τέλεια. Από κει και πέρα, μπορώ να συνεχίσω την κοινωνική του δράση ώστε αυτός ο άνθρωπος, ο ήρωας να μην ξεχαστεί. Αν και είναι λογικό να ξεχαστεί γιατί η ζωή συνεχίζεται. Αλλά εγώ τουλάχιστον να νιώθω ότι κάνω εκείνα που δεν πρόλαβε να υλοποιήσει και τα έχω αναλάβει εγώ και συνεχίζω. Κρατώντας τη μνήμη του, έτσι ζωντανή».

Ο αποχαιρετισμός

Το αποχαιρετιστήριο γράμμα του Αλέξανδρου είχε τεράστιο αντίκτυπο. Πώς αισθανθήκατε;

«Όταν το έγραψε φυσικά δεν το έγραψε, γιατί σκεφτόταν ότι θα φύγει. Έγινε ενστικτωδώς. Καταλάβαινα ότι ήταν κάτι τεράστιο που είχε επηρεάσει πολύ κόσμο, αλλά εγώ ήμουνα εκείνη τη στιγμή στη διαχείριση της απώλειας»

 Ήταν ένας μεγαλειώδης αποχαιρετισμός…

«Νομίζω ότι ο Αλέξανδρος αποχαιρέτησε με τον ίδιο βροντερό, εντυπωσιακό τρόπο που αγωνιζόταν γιατί αγωνιζόταν, στα βαριά κιλά, με πολλή δύναμη, πολλές πληγές, πολλή προσπάθεια. Αλλά στο τέλος του αγωνίσματος άσχετα με το αποτέλεσμα, ο ένας αντίπαλος υποκλινόταν τον άλλον. Οπότε αποφάσισε να δείξει ότι τα βροντάω και φεύγω, αλλά μην υποκλιθείτε σε μένα. Ας υποκλιθούμε όλοι στην αλληλεγγύη και την ενσυναίσθηση. Έδωσα μια μάχη με όλη μου τη δύναμη φεύγω με δυνατή φωνή. Αλλά όχι απαραίτητα ηττημένος».

Ενσυναίσθηση και κατανόηση

Θα ήθελα να μου πείτε σε αυτή την κοινωνία που σκληραίνει όλο και περισσότερο, τι θα έπρεπε να έχουν τα παιδιά, τα παιδιά μας, για να τα καταφέρουν;

«Αυτό που λέω πάντα και που σας είπα και πριν, ενσυναίσθηση. Κατανόηση των πράξεων των γύρων τους, ακόμα και αν αυτές οι πράξεις είναι εις βάρος τους, να προσπαθούν να καταλάβουν. Έλεγε κάτι η Μαλβίνα Κάραλη θα το πω και εγώ τώρα. Δεν υπάρχει καλός ή κακός. Υπάρχει άνθρωπος που αγαπήθηκε και άνθρωπος που δεν αγαπήθηκε. Στου καθενός μας τη συμπεριφορά υπάρχουν και φαίνονται τραύματα που έχουν συμβεί και δεν έχουν επουλωθεί. Αυτό προσπαθώ να διδάξω στα παιδιά μου. Να φροντίζουν τα τραύματά τους και να κάνουν τα πάντα για να τα επουλώνουν, γιατί εκεί ξεκινάει. Όταν οι ίδιοι φροντίζουν τα τραύματα τους μπορούν να καταλάβουν. Μια συμπεριφορά, όχι καλή, να την εξηγήσουν προφανώς και να μην κάθονται σε εκείνη τη συμπεριφορά, αλλά να μπορούν να την αντιληφθούν και να την εξηγήσουν. Προφανώς να απομακρύνονται από αυτούς τους ανθρώπους, αλλά να μην έχουν αισθήματα κακίας, εκδίκησης ή μίσους. Να αφήνουν τον άνθρωπο αυτό και να συνεχίζουν».

Εσείς έχετε καταφέρει να διαχειρίζεστε τις πληγές σας;

«Για μένα ναι, πια είναι εύκολο».

Ψυχολογική βοήθεια

Τι θα λέγατε σε έναν γονιό που πρέπει να διαχειριστεί αυτό το τραύμα; Αυτή την απώλεια του άλλου γονιού για το παιδί του;

«Να είναι κοντά του ουσιαστικά, να έχει ψυχολογική βοήθεια. Να είναι κοντά του να το ακούει. Να προσπαθεί να ερμηνεύσει τις συμπεριφορές του. Να καταλαβαίνει. Να θέλει να ακούει και να αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει. Και έχει τις κεραίες του τεντωμένες».

Εσείς τι κάνατε;

«Όσο με αφορά ειδικά στην κόρη μας που ήταν πιο μεγάλη, είχα ανοιχτές τις κεραίες μου και εντόπισα πολλά πολύ γρήγορα πράγματα. Που έπρεπε να διαχειριστώ, να μιλήσω με αυτούς που πρέπει να μιλήσω και να τα φροντίσω πριν γίνουν μεγαλύτερα».

 Ναι, είναι σωστά όλα αυτά, αλλά είναι εύκολη η πρόσβαση σε υποστήριξη; Αν υποθέσουμε ότι δεν μπορεί κάποιος να απευυνθεί σε ιδιώτη. Μπορεί να απευθυνθεί εύκολα σε Δημόσια δομή;

 «Στο Δημόσιο τομέα φυσικά όχι. Και με αυτό το νομοσχέδιο που έρχεται για την ιδιωτικοποίηση της ψυχικής υγείας; Ασφαλώς και όχι. Πώς είναι δυνατόν να έχεις να δώσεις 50€ για έναν παιδοψυχολόγο όταν μια οικογένεια ζορίζεται σήμερα και για τα βασικά για το γάλα, για το φαγητό; Έτσι φτάνουμε να θεωρούμε πολυτέλεια την ψυχική υγεία, χωρίς φυσικά να είναι πολυτέλεια».

Η πολιτική

Πολιτεύεστε. Οπότε θα κάνω την ερώτηση που αρμόζει στο καινούργιο ρόλο και να μου πείτε ποιο θα ήταν εκείνο που θα έπρεπε να κάνει ένα κράτος ώστε να προλάβει. Και να θεραπεύσει την παραβατικότητα στους ανηλίκους που θεριεύει;

«Θα έπρεπε να υπάρχει μόνιμος ψυχολόγος διορισμένος. Όταν λέμε μόνιμος εννοούμε να μένει υποχρεωτικά έξι χρόνια σε κάθε σχολείο γιατί δεν προλαβαίνει να γνωρίσει, να ακούσει και να φροντίσει τα τραύματά όταν φεύγει κάθε χρόνο. Θα έπρεπε να έχουν άμεση πρόσβαση κάποια παιδιά που αντικειμενικά έχουν κάποια προβλήματα. Όπως η απώλεια αυτό που έπρεπε να διαχειριστώ εγώ, κάποια τραυματική εμπειρία, κάποια επίθεση, κακοποίηση. Να υπάρχουν κριτήρια για αυτά τα παιδιά, να έχουν άμεση και συνεχή πρόσβαση σε θεραπεία. Να προσφέρονται δωρεάν και να καλύπτονται ακόμα και στον ιδιωτικό τομέα, δεν επαρκεί ο Δημόσιος από το κράτος».

 Και η πρόληψη πως θα μπορούσε να γίνεται;

«Με πάρα πολλή ενημέρωση. Και θα σας πω πως μπορεί να γίνει από αυτό, πως θα προκύψει μια σωστή ενημέρωση. Οι εταιρείες κάνουν καμπάνιες, καταπληκτικές καμπάνιες. Έχουν αμπάσαντορ που προωθούν τα προϊόντα τους και τα λοιπά. Έτσι θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν ανθρώπους που είναι γνωστοί στους άλλους ανθρώπους. Και οι οποίοι προφανώς και θα συμμετείχαν σε κάτι τέτοιο αφιλοκερδώς. Το Υπουργείο Παιδείας, το Υπουργείο Οικογένειας. Όλα αυτά θα μπορούσαν να έχουν φροντίσει να κάνουν αυτό να τρέχουν καμπάνιες με μεγάλη επιδραστικότητα που να μιλούν και να ενημερώνουν. Για όλα αυτά που πρέπει να προλάβουμε και να μη γίνονται τρόποι ζωής. Ζούμε στην εποχή της επικοινωνίας και των σόσιαλ μίντια. Το πιο απλό πράγμα μπορείς να το κάνεις καμπάνια και να τρέξει παντού, να έχουν πρόσβαση όλοι σε αυτήν την πληροφορία».

Βγαίνετε μπροστά για το ζήτημα αυτό. Προσπαθώντας να βοηθήσετε άλλους ανθρώπους που βιώνουν την ίδια απώλεια. Έχει ανταπόκριση;

«Αρχικά έχω κάνει δύο ομιλίες στο Άλμα ζωής Πάτρας και Θεσσαλονίκης με παρόμοιες θεματικές. Η πρώτη είχε να κάνει με το πώς διαχειριζόμαστε έναν ασθενή τελικού σταδίου. Και η δεύτερη το μετά, το πως συνεχίζουμε. Νομίζω η αντιμετώπιση από τα μηνύματα και τις αντιδράσεις που είχα ήταν πάρα πολύ ζέστη γιατί μιλάω για πράγματα που διστάζει ο κόσμος να μιλήσει. Υπάρχουν ταμπού σε αυτά. Προσπαθώ να απενοχοποιήσω τον κόσμο που τυγχάνει να είναι φροντιστής κάποιου ασθενούς τελικού σταδίου. Γιατί είναι ένα απίστευτο βάρος. Και σωματικό και ψυχολογικό. Πρέπει να διαχειριστούμε όλα τα δικά μας συναισθήματα γιατί κατακλυζόμαστε από μια τεράστια κούραση και σωματική και ψυχολογική. Και να κατανοήσουμε ότι δεν πρέπει να είμαστε και εμείς αυστηροί με τον εαυτό μας, ότι πρέπει να τον αγαπάμε και να τον φροντίζουμε, ότι πρέπει να πάρουμε ένα διάλειμμα, ώστε να γυρίσουμε πίσω εντάξει για τους ανθρώπους μας. Γιατί σε έναν ασθενή που δεν είναι καλά δεν βοηθάει ένας φροντιστής που είναι ράκος. Πρέπει να πάρει το χρόνο του να πάει μια βόλτα, να πιει ένα καφέ, να φροντίσει τον εαυτό του και να γυρίσει πίσω και να δώσει ξανά όλο τον εαυτό σου, στον άνθρωπό του, που φροντίζει. Και το άλλο είναι πως βρίσκουμε το νόημα να συνεχίσουμε πως φεύγουμε από τις ενοχές ότι εμείς συνεχίζουμε, ενώ ο άνθρωπός μας πέθανε. δεν υπάρχει πια. Πώς μπορούμε να ξαναγελάσουμε χωρίς να έχουμε τύψεις και ενοχές; Πάνε καλά αυτές οι ομιλίες μου και το νιώθω».

 Η δύναμή της

 Δυσκολευτήκατε ποτέ πολύ με αυτό; Δείχνετε πάρα πολύ δυνατή, ασφαλής και πλαισιωμένη. Ήσασταν πάντα έτσι;

«Πέρυσι όλοι μου έλεγαν πόσο δυνατή είσαι και εγώ έβλεπα ένα φυλλαράκι που τότε προσπαθούσε να πάει κόντρα στον άνεμο. Με έβλεπαν σαν πλάτανο και εγώ ήμουν ένα φυλλαράκι που στάθηκα κόντρα για να προστατεύσω εμένα πρώτα. Άρα και τα παιδιά μου, γιατί αν με παρέσερνε ο άνεμος θα έμεναν και τα παιδιά μου χωρίς προστασία. Είναι η δύναμη που έχει κάθε άνθρωπος. Όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Είναι οι δυνάμεις που έχεις και δεν τις καταλαβαίνεις όταν περνάς ένα τέτοιο σοκ. Οι δυνάμεις που σου δίνουν τον τρόπο να μπορέσεις να ανταπεξέλθεις. Τώρα αρχίζω και βρίσκω σιγά σιγά τον εαυτό μου και αρχίζω και αισθάνομαι όσο δυνατή πίστευε ο κόσμος, ότι ήμουν πέρσι».

 Πήρατε διάφορες αποφάσεις εντελώς μη στερεοτυπικές που δίνουν δύναμη να τις πάρουν και άλλες γυναίκες. Μία από αυτές, ήταν να μην φορέσετε μαύρα. Ήταν δύσκολη; Κατακριθήκατε;

«Υπήρχαν κάτι μηνύματα, όχι απευθείας σε μένα μέσω τρίτων. Όμως από την εφηβεία μου δεν με νοιάζει τι θα πει ο κόσμος. Ήταν πάρα πολύ έντονο».

Από την οικογένειά σας ή εσείς το αισθανόσασταν έτσι;

«Όχι ήταν δικό μου. Πρέπει να σας πω ότι υπήρχε πίεση από το οικογενειακό μου περιβάλλον «να πενθήσω σωστά». Να φορέσω τα μαύρα τρία χρόνια και τα λοιπά, από άτομα μεγαλύτερης ηλικίας βέβαια. Παρόλα αυτά είμαι ένας άνθρωπος 40 χρόνων που έχω τις προσλαμβάνουσες μου έχω ζήσει πολλά πράγματα. Και αυτό θα το κάνω με τον τρόπο που θεωρώ ότι πρέπει να το κάνω, όχι με αυτόν που καθορίζουν οι άλλοι. Δεν θα μπω σε μια διαδικασία να ακολουθήσω ότι λένε οι άλλοι ενώ υπήρχαν πολύ σοβαρότερα πράγματα από αυτό να προσπαθήσω να φέρω σε μια τάξη».

 Να πάμε λίγο στην πολιτική; Τι σκέφτεστε να κάνετε;

«Θέλω και θα ήθελα να συμμετέχω σε οτιδήποτε με κάνει εμένα να νιώσω όμορφα σε οτιδήποτε θεωρώ, ό,τι αξίζει να προσπαθήσω, ό,τι έχει συμβολισμούς, ό,τι έχει να κάνει με τα δικαιώματα των ανθρώπων. Χωρίς αυτοσκοπό να εκλεγώ ή να πάρω κάποιο αξίωμα. Έχω καταλάβει στη ζωή ότι αυτά δεν έχουν τεράστια σημασία, μεγαλύτερη σημασία έχει το ταξίδι. Και οι άνθρωποι που θα γνωρίσεις μέσα στον αγώνα αυτό και στο ταξίδι, από όποιο χώρο και να προέρχονται αρκεί να είναι υγιείς. Στο χώρο που βρίσκομαι και με εκφράζει. Εμείς οι μαμάδες μονογονεϊκών οικογενειών, από όποιο δρόμο και αν προήλθε ο μονογονέας, μπορούμε και έχουμε τα ίδια δικαιώματα με τους υπόλοιπους γονείς. Και κυρίως με τις υπόλοιπες μαμάδες στη δουλειά, στην πολιτική και κυρίως στην κοινωνική δράση».

 Είναι κάτι που δεν μπορεί να χειριστεί μόνη της μια γυναίκα, μια μαμά; Είναι αυτό που λένε  την καημένη είναι μόνη της; Και είναι δακτυλοδεικτούμενη. Είμαστε καημένες όταν επιλέγουμε ή τυχαίνει να είμαστε μονογονείς;

«Τίποτα δεν είμαστε και ειδικά καημένες. Είμαστε μαχήτριες. Είτε επιλέξαμε να γίνουμε γονείς μόνες μας. Είτε επειδή πήραμε διαζύγιο, είτε επειδή έτυχε μια απώλεια. Είμαστε μαχήτριες και οι γυναίκες που βγαίνουν από ένα διαζύγιο, ακόμα περισσότερο γιατί έχουν να διαχειριστούν και την απόφαση που πήραν που οδηγεί σε μια άλλη κατάσταση. Και που πιθανόν να φεύγουν από μια πολύ δύσκολη κατάσταση που θέλει πολύ θάρρος».

 

Διαβάστε επίσης:

ΙΣΑ: Μόνο ο παιδίατρος μπορεί να διαγνώσει την στρεπτοκοκκική νόσο και να χορηγήσει αγωγή στο παιδί

Παγκόσμια Ημέρα κατά του Παιδικού Καρκίνου: Στο Προεδρικό Μέγαρο παιδιά που ξεπέρασαν τη νόσο

«Ασφάλεια στο Διαδίκτυο»: Τα παιδιά μαθαίνουν να πλοηγούνται χωρίς κίνδυνο (Σεμινάριο Infokids στο Μέγαρο Μουσικής – 2/3)