Με αφορμή τη γιορτή της Μητέρας συνομιλούμε με την υπουργό Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας Δόμνα Μιχαηλίδου. Η μητρότητα ως προσωπική εμπειρία, αλλά και ως ένα δυναμικό πολιτικό πεδίο: η στήριξη της μητρότητας μέσα από δομές του κράτους, ο ρόλος του πατέρα στην οικογένεια το 2026, οι απαραίτητες αλλαγές νοοτροπίας στην εργασία και οι πραγματικές ανάγκες των γονέων σήμερα.
Έχετε ήδη πει σε συνέντευξή σας ότι η μητρότητα είναι πιο γλυκιά και πιο τρυφερή από όσο φανταζόσασταν. Τώρα που περνά ο καιρός και ο γιος σας μεγαλώνει, τι έχει αλλάξει περισσότερο στον τρόπο που αντιλαμβάνεστε την καθημερινότητα μιας μητέρας;
Όσο μεγαλώνει το μωρό μου, βλέπω τη μητρότητα και από την άλλη της πτυχή. Τη βιωματική. Έχει τεράστια χαρά, αλλά και μια απαιτητική καθημερινότητα: να οργανώνεις, να προβλέπεις, να είσαι παρούσα και σχεδόν συνέχεια να αναρωτιέσαι αν προλαβαίνεις, τι ξέχασες και αν κάνεις αρκετά.
Αυτό που έχει αλλάξει περισσότερο είναι η σχέση μου με τον χρόνο. Καταλαβαίνω ακόμα καλύτερα πόσο δύσκολο είναι για μια μητέρα, ιδίως όταν εργάζεται, να χωρέσει σε μία ημέρα τη δουλειά, τη φροντίδα του παιδιού, τον σύντροφό της, τους γονείς, το σπίτι, τις εκκρεμότητες και, αν περισσέψει κάτι, λίγο χρόνο για τον εαυτό της. Ο χρόνος αποκτά άλλη αξία, γιατί γίνεται το πιο πιεστικό και ταυτόχρονα το πιο πολύτιμο κομμάτι της καθημερινότητας.
Πριν γίνω μητέρα, ήξερα μέσα από τη δουλειά μου τι σημαίνει να στηρίζεις την οικογένεια. Τώρα το βιώνω. Καταλαβαίνω περισσότερο πόσο σημαντικό είναι για μια μητέρα να ξέρει ότι δεν είναι μόνη: ότι μπορεί να βρει στήριξη στη φροντίδα του παιδιού, στην επιστροφή στην εργασία, στην ανάγκη να έχει χώρο και χρόνο.
Η μητρότητα με έκανε πιο απαιτητική απέναντι στην πολιτική. Γιατί κάθε μέτρο το βλέπω πια και μέσα από το βλέμμα μιας μητέρας που προσπαθεί να τα χωρέσει όλα σε μία μέρα.

Ποια ανάγκη των νέων μητέρων καταλαβαίνετε σήμερα πιο καθαρά, ακριβώς επειδή την έχετε ζήσει και προσωπικά;
Την ανάγκη για στήριξη στην καθημερινότητα, όχι απλώς για κατανόηση. Οι νέες μητέρες δεν χρειάζονται μόνο να ακούν ότι «είναι δύσκολο». Το ξέρουν. Χρειάζονται λύσεις: ποιος θα κρατήσει το παιδί όταν πρέπει να επιστρέψουν στη δουλειά, πώς θα νιώσουν ότι βρίσκεται σε ασφαλή χέρια, πώς θα συνδυάσουν μητρότητα και εργασία χωρίς ενοχές. Πώς θα στηριχτούν αν το παιδί τους έχει αναπηρία. Ποιος θα τις βοηθήσει και πώς στη φροντίδα των δικών τους γονιών, που μεγαλώνουν.
Η μητέρα σηκώνει συχνά ένα αόρατο βάρος. Δεν είναι μόνο η φροντίδα του παιδιού. Είναι η οργάνωση, το άγχος, η ευθύνη να λειτουργούν όλα. Αυτό το βάρος δεν μπορεί να παραμένει ατομική υπόθεση της γυναίκας. Πρέπει να το μοιράζεται η οικογένεια, να το αναγνωρίζει η εργασία και να το στηρίζει η Πολιτεία.
Αυτό προσπαθούμε να κάνουμε στο Υπουργείο: να μετατρέπουμε την αναγνώριση σε πρακτικές πολιτικές. Γιατί η μητέρα δεν χρειάζεται μόνο κατανόηση. Χρειάζεται χρόνο, ασφάλεια, επιλογές και ένα κράτος-αρωγό στις απαιτήσεις της καθημερινότητας.
Μιλώντας για τις ανάγκες της οικογένειας, το πρόγραμμα «Νταντάδες της Γειτονιάς» έχει περάσει πλέον σε πανελλαδική εφαρμογή, με άνοιγμα της πλατφόρμας για την εγγραφή επιμελητών και επιμελητριών και με πλαίσιο για βρέφη από 2 μηνών έως 2,5 ετών. Ποιο είναι το επόμενο βήμα πέρα από την έναρξη της πλατφόρμας;
Η ανταπόκριση των πρώτων ημερών δείχνει ότι οι «Νταντάδες της Γειτονιάς» ήρθαν να καλύψουν ένα σημαντικό κενό. Πάνω από 55.000 επισκέψεις στην πλατφόρμα και περισσότερες από 10.000 αιτήσεις από υποψήφιες επιμελήτριες και υποψήφιους επιμελητές, μέσα στις πρώτες ημέρες λειτουργίας της, είναι η καλύτερη απόδειξη ότι χιλιάδες γονείς αναζητούν μια ασφαλή, οργανωμένη και ευέλικτη λύση για τη φροντίδα των παιδιών τους.
Το επόμενο βήμα είναι να χτιστεί ένα ισχυρό, αξιόπιστο και επαρκές Μητρώο επιμελητών και επιμελητριών σε όλη τη χώρα. Η πλατφόρμα δεν είναι μια τυπική ηλεκτρονική διαδικασία. Είναι η βάση για να μπορούν οι γονείς να βρίσκουν κοντά τους ανθρώπους που πληρούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις και μπορούν να αναλάβουν με ασφάλεια ένα βρέφος ή ένα μικρό παιδί. Γιατί, όταν μιλάμε για τη φροντίδα των παιδιών μας, η εμπιστοσύνη είναι το παν.
Το πρόγραμμα στηρίζει την οικογένεια ακριβώς εκεί όπου το κενό είναι μεγαλύτερο: στα πρώτα χρόνια της ζωής του παιδιού, από τους 2 μήνες έως τα 2,5 έτη, πριν από την ένταξη στον παιδικό σταθμό. Για πολλές μητέρες, αυτή είναι η περίοδος που κρίνει αν θα μπορέσουν να επιστρέψουν στην εργασία τους, να αναζητήσουν δουλειά ή να συνεχίσουν τις σπουδές τους.
Στο προσεχές διάστημα θα προχωρήσουμε στην πλήρη ενεργοποίηση του προγράμματος: στην αντιστοίχιση γονέων και επιμελητών, στην παρακολούθηση του προγράμματος και στη συνεχή βελτίωση όπου χρειαστεί. Θέλουμε οι «Νταντάδες της Γειτονιάς» να γίνουν ένα πρακτικό εργαλείο συμφιλίωσης οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής. Όχι μια εξαγγελία, αλλά μια λύση που στηρίζει την οικογένεια στην πράξη.
Το voucher φτάνει τα 500 ευρώ μηνιαίως για γονείς πλήρους απασχόλησης ή αυτοαπασχολούμενους και τα 300 ευρώ για μερική απασχόληση, ανέργους, φοιτήτριες και σπουδάστριες μητέρες. Υπάρχει σχεδιασμός να αυξηθεί το ποσό ή να διευρυνθούν οι δικαιούχοι, εφόσον η ζήτηση αποδειχθεί μεγαλύτερη από την πρόβλεψη;
Στόχος μας είναι πρώτα να εφαρμόσουμε το πρόγραμμα καθολικά και με ασφάλεια. Όταν ένα πρόγραμμα περνά από την πιλοτική εφαρμογή σε πανελλαδική κλίμακα, το πιο σημαντικό είναι να λειτουργήσει σωστά: να υπάρχουν επιμελητές και επιμελήτριες, να λειτουργεί η πλατφόρμα, να υπάρχει εμπιστοσύνη. Γιατί οι σύγχρονες ανάγκες της οικογένειας απαιτούν σύγχρονες, αλλά και ασφαλείς απαντήσεις.
Τα ποσά των 500 και 300 ευρώ δίνουν ουσιαστική στήριξη στην οικογένεια, ανάλογα με την εργασιακή κατάσταση του γονέα. Παράλληλα, έχουμε διευρύνει σημαντικά το πλαίσιο, ώστε το πρόγραμμα να απευθύνεται σε περισσότερες οικογένειες και σε διαφορετικές ανάγκες: εργαζόμενους γονείς, αυτοαπασχολούμενους, γονείς με μερική απασχόληση, άνεργες μητέρες, φοιτήτριες και σπουδάστριες.
Από εκεί και πέρα, κάθε μεγάλο κοινωνικό πρόγραμμα πρέπει να αξιολογείται στην πράξη. Θα δούμε τη ζήτηση, τη γεωγραφική κατανομή, το ενδιαφέρον των οικογενειών και τη διαθεσιμότητα επιμελητών. Αν τα δεδομένα δείξουν ότι χρειάζονται προσαρμογές, θα τις εξετάσουμε με σοβαρότητα. Θέλουμε κάθε πρόγραμμα να απαντά σε συγκεκριμένες ανάγκες: φροντίδα για το παιδί, χρόνο για τον γονιό, στήριξη στην εργασία, ασφάλεια στην οικογένεια.

Στο πρόγραμμα μπορούν να ενταχθούν και πρόσωπα του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος, όπως παππούδες και γιαγιάδες, εφόσον πληρούν τα κριτήρια. Πώς διασφαλίζεται ότι η λύση αυτή δεν θα αναπαράγει απλώς την άτυπη, απλήρωτη οικογενειακή φροντίδα που ήδη σηκώνουν κυρίως οι γυναίκες;
Αυτό είναι πολύ σημαντικό. Η πρόβλεψη για συμμετοχή ανθρώπων από το οικογενειακό περιβάλλον δεν γίνεται για να νομιμοποιήσει την άτυπη, απλήρωτη φροντίδα. Γίνεται ακριβώς για να τη βάλει σε ένα αναγνωρισμένο, ασφαλές και ελεγχόμενο πλαίσιο.
Στην ελληνική οικογένεια, οι παππούδες και οι γιαγιάδες έχουν πάντα έναν πολύ ισχυρό ρόλο. Πολλές οικογένειες στηρίζονται σε αυτούς. Το ζήτημα, όμως, είναι να μη θεωρούμε αυτή τη βοήθεια δεδομένη, ανεξάντλητη και χωρίς αξία. Όποιος συμμετέχει στο πρόγραμμα πρέπει να πληροί συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Δεν μιλάμε για μια άτυπη συνεννόηση μέσα στην οικογένεια, αλλά για φροντίδα που εντάσσεται σε κανόνες, με όρους ασφάλειας και αναγνώρισης. Όταν πρόκειται για τη φροντίδα των παιδιών μας, η εμπιστοσύνη είναι το παν, αλλά η εμπιστοσύνη πρέπει να συνοδεύεται και από κανόνες.
Παράλληλα, το πρόγραμμα δεν λέει στη μητέρα «βρες μόνη σου λύση». Προσφέρει επιλογές: μπορεί να είναι ένας πιστοποιημένος επιμελητής, μια επιμελήτρια, αλλά και ένας άνθρωπος του οικογενειακού περιβάλλοντος, εφόσον πληροί τα κριτήρια. Δεν πρόκειται για αναπαραγωγή της άτυπης φροντίδας, αλλά για τη θεσμική αναγνώριση και οργάνωσή της, με ασφάλεια για το παιδί και πραγματική στήριξη για την οικογένεια.
Να περάσουμε όμως και σε μία ακόμη σημαντική πτυχή της δομής της οικογένειας. Στην Ελλάδα η συζήτηση για την οικογένεια παραμένει συχνά μητροκεντρική. Πώς μπορεί να ενισχυθεί ουσιαστικά ο ρόλος του πατέρα, όχι μόνο συμβολικά αλλά και θεσμικά;
Η φροντίδα του παιδιού είναι κοινή ευθύνη. Αυτό όμως δεν πρέπει να μένει σε επίπεδο ευχής ή καλής πρόθεσης. Πρέπει να φαίνεται στις άδειες, στην εργασία, στις υπηρεσίες, στην καθημερινή οργάνωση της οικογένειας.
Ο ρόλος του πατέρα ενισχύεται όταν του δίνεις πραγματικό χώρο να είναι “παρών”. Όταν η άδεια πατρότητας δεν αντιμετωπίζεται ως «διευκόλυνση», αλλά ως δικαίωμα. Όταν ο εργοδότης δεν θεωρεί ότι η φροντίδα αφορά μόνο τη μητέρα. Όταν οι δημόσιες πολιτικές μιλούν για γονείς και όχι μόνο για μητέρες, χωρίς βέβαια να αγνοούν ότι οι μητέρες εξακολουθούν να σηκώνουν δυσανάλογο βάρος.
Η οικογένεια του 2026 δεν μπορεί να λειτουργεί με στερεότυπα προηγούμενων δεκαετιών. Ένας πατέρας που αλλάζει πάνες, πηγαίνει το παιδί στον γιατρό, παίρνει άδεια όταν χρειάζεται, συμμετέχει στην καθημερινή φροντίδα, δεν «βοηθάει» τη μητέρα. Είναι γονιός. Και αυτό δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι αλλαγή κουλτούρας και αυτή η αλλαγή πρέπει να στηριχθεί και θεσμικά και κοινωνικά.
Η άδεια πατρότητας στο Δημόσιο είναι 14 εργάσιμες ημέρες με αποδοχές. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες η συζήτηση έχει προχωρήσει σε πιο ουσιαστικά δικαιώματα για τους πατέρες. Θεωρείτε ότι η Ελλάδα πρέπει να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση;
Ναι, θεωρώ ότι αυτή είναι μια συζήτηση που πρέπει να συνεχιστεί σοβαρά. Η Ελλάδα έχει κάνει βήματα, αλλά η κατεύθυνση για όλη την Ευρώπη είναι σαφής: περισσότερη ισορροπία ανάμεσα στην εργασία και την οικογένεια και μεγαλύτερη συμμετοχή και των δύο γονέων στη φροντίδα του παιδιού.
Η άδεια πατρότητας δεν είναι απλώς ένα εργασιακό δικαίωμα. Είναι και ένα μήνυμα για το πώς αντιλαμβανόμαστε τη γονεϊκότητα. Λέει στον πατέρα ότι έχει θέση από την πρώτη μέρα. Λέει στη μητέρα ότι δεν είναι μόνη. Και λέει στην κοινωνία ότι η φροντίδα δεν είναι γυναικεία υποχρέωση, αλλά κοινή οικογενειακή ευθύνη.
Φυσικά, τέτοιες αλλαγές χρειάζονται σχεδιασμό και διαβούλευση με την αγορά εργασίας. Δεν αρκεί να θεσπίσεις ένα δικαίωμα αν στην πράξη ο εργαζόμενος πατέρας φοβάται να το χρησιμοποιήσει. Άρα το θέμα δεν είναι μόνο πόσες ημέρες προβλέπει ο νόμος. Είναι και αν η κοινωνία, το Δημόσιο και οι επιχειρήσεις θεωρούν αυτονόητο ότι ο πατέρας πρέπει να είναι παρών.
Ποιο είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο για την ενεργότερη συμμετοχή των πατέρων: η νομοθεσία, η εργοδοτική κουλτούρα ή τα στερεότυπα μέσα στην ίδια την οικογένεια;
Θα έλεγα ότι είναι ένας συνδυασμός. Η νομοθεσία μπορεί να ανοίξει δρόμους, αλλά δεν αλλάζει από μόνη της την καθημερινότητα. Αν ένας πατέρας έχει δικαίωμα άδειας, αλλά νιώθει ότι στον χώρο εργασίας του θα θεωρηθεί λιγότερο αφοσιωμένος επειδή τη ζητά, τότε το δικαίωμα μένει μισό. Αν μέσα στην οικογένεια θεωρείται ακόμη ότι η μητέρα «ξέρει καλύτερα» ή ότι η φροντίδα είναι κυρίως δική της δουλειά, τότε και πάλι ο ρόλος του πατέρα περιορίζεται.
Χρειαζόμαστε, λοιπόν, μια διπλή αλλαγή: θεσμική και πολιτισμική. Θεσμική, ώστε να υπάρχουν δικαιώματα, άδειες, υπηρεσίες και υποστήριξη. Πολιτισμική, ώστε ο πατέρας να μην αντιμετωπίζεται ως βοηθός, αλλά ως ισότιμος γονιός.
Το πιο δύσκολο είναι να αλλάξει η νοοτροπία. Να μη συγχαίρουμε έναν πατέρα επειδή κάνει τα αυτονόητα. Να μη θεωρούμε αυτονόητο ότι η μητέρα θα τα οργανώσει όλα. Και να μεγαλώνουμε τα παιδιά μας σε οικογένειες που η φροντίδα μοιράζεται. Εκεί κρίνεται τελικά η πραγματική ισότητα.
Το πιο δύσκολο είναι να αλλάξει η νοοτροπία. Να μη συγχαίρουμε έναν πατέρα επειδή κάνει τα αυτονόητα. Να μη θεωρούμε αυτονόητο ότι η μητέρα θα τα οργανώσει όλα. Και να μεγαλώνουμε τα παιδιά μας σε οικογένειες όπου η φροντίδα μοιράζεται. Γιατί η ισότητα δεν κρίνεται μόνο στους νόμους. Κρίνεται και στο σπίτι, στην καθημερινότητα, στον τρόπο που μεγαλώνουμε τα παιδιά μας.
Αν αύριο μετακινούσασταν σε άλλο υπουργείο, ποια παρέμβασή σας στο Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας θα θεωρούσατε ότι αφήνει το πιο ουσιαστικό αποτύπωμα;
Δεν θα ήθελα να το περιορίσω σε ένα μόνο πρόγραμμα, γιατί η μεγαλύτερη προσπάθεια που γίνεται στο Υπουργείο είναι να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο βλέπουμε την κοινωνική πολιτική. Να μη μιλάμε μόνο για επιδόματα, αλλά για πολιτικές που βελτιώνουν την ποιότητα ζωής των ανθρώπων: στη φροντίδα του παιδιού, στην εργασία, στη στέγη, στην αυτονομία, στην καθημερινή ασφάλεια.
Αν όμως έπρεπε να ξεχωρίσω κάτι, θα έλεγα τη μετατροπή της στήριξης της οικογένειας από γενική διακήρυξη σε συγκεκριμένες υπηρεσίες. Οι «Νταντάδες της Γειτονιάς», η Πρώιμη Παιδική Παρέμβαση, οι πολιτικές για τη στέγαση των νέων ζευγαριών, η ενίσχυση των βρεφονηπιακών δομών, όλα αυτά υπηρετούν την ίδια λογική: να μη λέμε απλώς ότι στηρίζουμε την οικογένεια, αλλά να το αποδεικνύουμε στην πράξη. Η κοινωνική πολιτική έχει αξία όταν φτάνει εκεί όπου υπάρχει πραγματική ανάγκη: στο σπίτι, στο παιδί, στον γονιό, στην καθημερινότητα.
Για μένα αποτύπωμα σημαίνει να αλλάζει κάτι στην καθημερινότητα. Να μπορεί μια μητέρα να επιστρέψει στη δουλειά της με λιγότερο άγχος. Ένα παιδί να λάβει έγκαιρα στήριξη. Ένα νέο ζευγάρι να δει πιο ρεαλιστικά την προοπτική της οικογένειας.
Υπάρχει κάτι που θα θέλατε να είχατε προχωρήσει πιο γρήγορα;
Όταν είσαι σε ένα Υπουργείο που επηρεάζει την καθημερινότητα της οικογένειας, της μητέρας, του παιδιού, του ανθρώπου με αναπηρία, του ηλικιωμένου, νιώθεις διαρκώς ότι ο χρόνος δεν φτάνει. Πίσω από κάθε πρόγραμμα υπάρχει μια οικογένεια που περιμένει, ένας γονιός που αγωνιά, ένα παιδί που χρειάζεται στήριξη.
Θα ήθελα όλα να κινούνται πιο γρήγορα: οι δομές φροντίδας, οι στεγαστικές παρεμβάσεις, οι διαδικασίες για την αναπηρία, τα προγράμματα που βοηθούν τους γονείς να ισορροπήσουν ανάμεσα στη δουλειά και την οικογένεια. Όμως στην πολιτική δεν αρκεί η ταχύτητα. Χρειάζεται και σωστή εφαρμογή. Ένα πρόγραμμα που ξεκινά βιαστικά και δεν λειτουργεί σωστά, τελικά απογοητεύει τους ανθρώπους που θέλει να στηρίξει.
Άρα ναι, θα ήθελα να έχουν προχωρήσει πολλά ακόμη πιο γρήγορα. Αλλά προτιμώ να χτίζουμε πολιτικές που πατούν σε γερά θεμέλια, με κανόνες, χρηματοδότηση και πραγματικές δυνατότητες εφαρμογής. Γιατί οι οικογένειες δεν χρειάζονται πυροτεχνήματα. Χρειάζονται σταθερές λύσεις. Και αυτό είναι για μένα η ουσία της κοινωνικής πολιτικής: όχι να ανακοινώνεις γρήγορα, αλλά να παραδίδεις σωστά.
Ποιο θέμα θεωρείτε ότι παραμένει το πιο δύσκολο: η στήριξη της μητρότητας, το δημογραφικό, η φροντίδα παιδιών, η στέγη ή η ισορροπία εργασίας και οικογένειας;
Είναι όλα κομμάτια του ίδιου παζλ. Δεν μπορούμε να μιλάμε σοβαρά για το δημογραφικό αν δεν μιλάμε για στέγη. Δεν μπορούμε να μιλάμε για στήριξη της μητρότητας αν δεν μιλάμε για φροντίδα παιδιών. Δεν μπορούμε να μιλάμε για την οικογένεια, αν δεν μιλάμε για εργασία, χρόνο, εισόδημα και καθημερινή ασφάλεια.
Αν έπρεπε να επιλέξω το πιο δύσκολο, θα έλεγα την εναρμόνιση εργασίας και οικογένειας. Εκεί μια γυναίκα σκέφτεται αν μπορεί να κάνει παιδί χωρίς να μείνει πίσω επαγγελματικά. Εκεί ένα ζευγάρι βλέπει αν μπορεί να αντεπεξέλθει οικονομικά. Εκεί φαίνεται αν υπάρχουν δομές φροντίδας, αν ο πατέρας συμμετέχει πραγματικά, αν η εργασία σέβεται τη γονεϊκότητα.
Το δημογραφικό δεν λύνεται με ένα μέτρο. Λύνεται όταν η καθημερινότητα μιας οικογένειας γίνεται πιο ασφαλής, πιο προβλέψιμη και πιο υποστηρικτική. Αυτός είναι ο μεγάλος στόχος: να κάνουμε την απόφαση για οικογένεια λιγότερο αγχωτική και περισσότερο εφικτή. Όχι με λόγια, αλλά με πολιτικές που φτάνουν στον γονιό, στο παιδί, στο σπίτι. Γιατί τελικά το δημογραφικό δεν είναι μόνο αριθμοί. Είναι η καθημερινή δυνατότητα ενός ανθρώπου να πει: μπορώ να κάνω οικογένεια και να τα καταφέρω.
