Οι διατροφικές διαταραχές επηρεάζουν ολόκληρη την οικογένεια, όμως ο ρόλος του πατέρα συχνά μένει στο περιθώριο της δημόσιας συζήτησης και της επιστημονικής έρευνας. Μια νέα μελέτη του Ελληνικού Κέντρου Διατροφικών Διαταραχών έρχεται να φωτίσει αυτήν ακριβώς την πλευρά, αναδεικνύοντας τη σημασία της ενεργού συμμετοχής των πατέρων στη θεραπευτική πορεία των παιδιών. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, η πρόεδρος του Κέντρου, Δρ Μαρία Τσιάκα, εξηγεί στο infokids.gr γιατί η παρουσία του πατέρα μπορεί να αποτελέσει καθοριστικό παράγοντα στην αντιμετώπιση της νευρικής ανορεξίας, τι αποκάλυψε η έρευνα και ποιο είναι το μήνυμά της προς όλες τις οικογένειες που δοκιμάζονται από μια διατροφική διαταραχή.
Κυρία Τσιάκα, διαβάσαμε με ενδιαφέρον για την έρευνα που κάνατε στους πατεράδες, των οποίων τα παιδιά πάσχουν από διατροφικές διαταραχές. Πώς προέκυψε η ιδέα να παρατηρήσετε συγκεκριμένα τους πατέρες και όχι γενικά τους γονείς;
Η ιδέα προέκυψε από μια πολύ απλή, αλλά συχνά παραμελημένη κλινική παρατήρηση: στις διατροφικές διαταραχές μιλάμε πολύ συχνά για τη μητέρα, για τη σχέση μητέρας-παιδιού, για το οικογενειακό περιβάλλον γενικά, αλλά οι πατέρες συχνά μένουν στο περιθώριο είτε ερευνητικά είτε θεραπευτικά. Στην κλινική πράξη βλέπουμε ότι οι πατέρες υποφέρουν, αγωνιούν, φοβούνται, αλλά πολλές φορές δεν ξέρουν πώς να εκφράσουν αυτό που βιώνουν. Συχνά αισθάνονται ότι πρέπει να είναι «δυνατοί», πρακτικοί, να δίνουν λύσεις, να στηρίζουν τη μητέρα και το παιδί, χωρίς όμως να τους αναγνωρίζεται το δικό τους συναισθηματικό φορτίο. Γι’ αυτό θελήσαμε να εστιάσουμε ειδικά στους πατέρες. Όχι για να τους απομονώσουμε από το οικογενειακό σύστημα, αλλά για να φωτίσουμε το πατρικό ρόλο που είναι καθοριστικός και συχνά υποτιμημένος. Η εμπλοκή του πατέρα μπορεί να αποτελέσει πολύ σημαντικό προστατευτικό παράγοντα για την πορεία της θεραπείας, αρκεί να τον δούμε, να τον ακούσουμε και να τον εκπαιδεύσουμε κατάλληλα.

Πώς ερμηνεύετε τη σύνδεση μεταξύ της αυξημένης κατάθλιψης των πατέρων και της μειωμένης κριτικής στάσης των μητέρων;
Ήταν ένα εύρημα που αρχικά μας προβλημάτισε, γιατί θα ανέμενε κανείς ότι μετά από μια θεραπευτική ή ψυχοεκπαιδευτική παρέμβαση οι δείκτες άγχους και κατάθλιψης θα μειώνονταν. Ωστόσο, εξετάζοντάς το πιο προσεκτικά, η αύξηση της καταθλιπτικής συμπτωματολογίας στους πατέρες δεν σημαίνει απαραίτητα επιδείνωση. Μπορεί να αντανακλά μια διαδικασία μεγαλύτερης συνειδητοποίησης. Μέσα από το πρόγραμμα, οι πατέρες ήρθαν πιο κοντά στη σοβαρότητα της νευρικής ανορεξίας, στις καθημερινές δυσκολίες που αντιμετωπίζει το παιδί τους, αλλά και στη σημασία του δικού τους ρόλου μέσα στη θεραπευτική διαδικασία.
Αυτή η αυξημένη επίγνωση μπορεί προσωρινά να εντείνει τη συναισθηματική τους επιβάρυνση, γιατί τους φέρνει αντιμέτωπους με την πολυπλοκότητα, την ευαλωτότητα και τις απαιτήσεις της νόσου. Την ίδια στιγμή, η μείωση της κριτικής στάσης των μητέρων μπορεί να δείχνει ότι και εκείνες αρχίζουν να μετακινούνται από μια θέση ενοχής, έντασης ή ελέγχου προς μια πιο κατανοητική και λιγότερο επικριτική στάση. Όταν η οικογένεια κατανοεί καλύτερα ότι η ανορεξία δεν είναι επιλογή ή πείσμα του παιδιού, αλλά μια σοβαρή ψυχική διαταραχή με νευροβιολογικές και ψυχολογικές διαστάσεις, μειώνεται η ανάγκη για κριτική και αυξάνεται η δυνατότητα για ενσυναίσθηση. Επομένως, θα λέγαμε ότι το εύρημα δεν δείχνει απλώς μια αρνητική έκβαση. Μπορεί να αποτυπώνει μια φάση μετάβασης: οι πατέρες αρχίζουν να εμπλέκονται πιο ενεργά και συναισθηματικά, ενώ οι μητέρες μειώνουν την κριτική τους στάση. Με άλλα λόγια, η οικογένεια αρχίζει να μετακινείται από την αποστασιοποίηση, την ενοχή ή την κριτική προς μια πιο ουσιαστική κατανόηση της νόσου και πιο συνεργατική εμπλοκή στη θεραπεία.
Πώς επιτυγχάνεται μέσα σε μια οικογένεια που ζει υπό πίεση η ισορροπημένη κατανομή του συναισθηματικού φορτίου;
Πρώτα απ’ όλα, χρειάζεται να αναγνωρίσουμε ότι η οικογένεια που ζει με μια διατροφική διαταραχή ζει σε κατάσταση χρόνιας απειλής. Δεν πρόκειται απλώς για «δύσκολη εφηβεία» ή για «θέμα φαγητού». Οι γονείς συχνά ζουν με φόβο, ενοχή, θυμό, εξάντληση και αίσθημα ανεπάρκειας. Η ισορροπημένη κατανομή του φορτίου δεν σημαίνει ότι όλοι πρέπει να νιώθουν το ίδιο ή να κάνουν τα ίδια. Σημαίνει ότι κανείς δεν πρέπει να μένει μόνος μέσα σε αυτό.
Χρειάζεται σαφής κατανομή ρόλων: ποιος αναλαμβάνει πρακτικά ζητήματα, ποιος υποστηρίζει τα γεύματα, ποιος επικοινωνεί με τους θεραπευτές, ποιος φροντίζει και τα άλλα παιδιά της οικογένειας, ποιος φροντίζει τον ίδιο τον φροντιστή. Επίσης, είναι πολύ σημαντικό οι γονείς να εκπαιδευτούν. Όταν κατανοούν ότι η διατροφική διαταραχή έχει ισχυρή νευροβιολογική βάση και ότι πολλές συμπεριφορές του παιδιού είναι συμπτώματα της νόσου και όχι «πείσμα» ή «χειριστικότητα», μειώνεται η κριτική, μειώνεται η ενοχή και αυξάνεται η αποτελεσματικότητα. Η οικογένεια χρειάζεται να περάσει από το «ποιος φταίει;» στο «πώς συνεργαζόμαστε;». Αυτό είναι καθοριστικό.
Πώς αντιδρούν συνήθως οι πατέρες όταν αντιμετωπίζουν για πρώτη φορά τη νευροβιολογική διάσταση της νόσου;
Πολλοί πατέρες αρχικά ξαφνιάζονται. Έχουν συχνά την εντύπωση ότι η διατροφική διαταραχή είναι κυρίως θέμα εικόνας σώματος, δίαιτας, εφηβικής αντίδρασης ή οικογενειακής δυσκολίας. Όταν όμως ακούν ότι μιλάμε για μια σοβαρή ψυχική διαταραχή με νευροβιολογική βάση κάτι αλλάζει. Για αρκετούς πατέρες αυτή η κατανόηση φέρνει ανακούφιση. Μειώνεται η ενοχή και η σύγχυση. Αρχίζουν να βλέπουν το παιδί όχι ως «δύσκολο» ή «αντιδραστικό», αλλά ως ένα παιδί που παλεύει με έναν εγκέφαλο ο οποίος βρίσκεται σε κατάσταση έντονου φόβου, ακαμψίας και απειλής γύρω από το φαγητό, το σώμα και τον έλεγχο. Ταυτόχρονα, η νευροβιολογική εξήγηση βοηθά πολλούς πατέρες να ενεργοποιηθούν. Επειδή συχνά αναζητούν λογική κατανόηση και πρακτικά εργαλεία, όταν κατανοήσουν τον μηχανισμό της νόσου μπορούν να γίνουν εξαιρετικά σημαντικοί σύμμαχοι στη θεραπεία.
Τι μήνυμα έχετε για έναν πατέρα που διαβάζει σήμερα αυτή την έρευνα και αναγνωρίζει τον εαυτό του;

Θα του έλεγα πρώτα απ’ όλα: δεν είστε μόνος. Και το ότι δυσκολεύεστε, φοβάστε ή νιώθετε ανήμπορος δεν σημαίνει ότι είστε αδύναμος πατέρας. Σημαίνει ότι βρίσκεστε μπροστά σε μια εξαιρετικά απαιτητική νόσο, που επηρεάζει όλη την οικογένεια. Θα του έλεγα επίσης ότι η σιωπή δεν προστατεύει πάντα. Πολλοί πατέρες προσπαθούν να σταθούν δυνατοί πνίγοντας το συναίσθημά τους. Όμως τα παιδιά δεν χρειάζονται έναν τέλειο ή άτρωτο πατέρα. Χρειάζονται έναν πατέρα παρόντα, σταθερό, διαθέσιμο και εκπαιδευμένο. Η συμμετοχή του πατέρα στη θεραπεία μπορεί να κάνει μεγάλη διαφορά. Όχι απαραίτητα με μεγάλα λόγια, αλλά με συνέπεια, ψυχραιμία, κατανόηση και συνεργασία με τη θεραπευτική ομάδα. Ο πατέρας μπορεί να γίνει ένας πολύ ισχυρός ρυθμιστικός παράγοντας μέσα στην οικογένεια. Το μήνυμα λοιπόν είναι: ζητήστε βοήθεια, ενημερωθείτε, μπείτε ενεργά στη θεραπεία. Η παρουσία σας έχει σημασία.
Αν μπορούσατε να αλλάξετε ένα πράγμα στον τρόπο που η ελληνική κοινωνία αντιμετωπίζει τις διατροφικές διαταραχές, τι θα ήταν αυτό;
Θα ήθελα να αλλάξει η αντίληψη ότι οι διατροφικές διαταραχές είναι θέμα εμφάνισης, ματαιοδοξίας ή επιλογής. Δεν είναι. Είναι σοβαρές ψυχικές διαταραχές, με βιολογική, ψυχολογική και κοινωνική διάσταση, και μπορούν να έχουν πολύ σοβαρές συνέπειες αν δεν αντιμετωπιστούν έγκαιρα και εξειδικευμένα. Στην Ελλάδα ακόμη υπάρχει πολύ στίγμα. Οι οικογένειες συχνά αργούν να ζητήσουν βοήθεια γιατί ντρέπονται, φοβούνται ότι θα κατηγορηθούν ή πιστεύουν ότι «θα περάσει». Όμως όσο πιο νωρίς παρέμβουμε, τόσο καλύτερη είναι η πρόγνωση. Θα ήθελα, λοιπόν, να περάσουμε από την ενοχή στην κατανόηση και από την καθυστέρηση στην έγκαιρη παρέμβαση. Να εκπαιδεύσουμε γονείς, σχολεία, γιατρούς, παιδιά και επαγγελματίες υγείας ώστε να αναγνωρίζουν τα πρώιμα σημάδια και να παραπέμπουν σε εξειδικευμένη θεραπεία. Και κυρίως, θα ήθελα να σταματήσουμε να βλέπουμε τις οικογένειες ως μέρος του προβλήματος και να αρχίσουμε να τις βλέπουμε ως βασικό μέρος της λύσης.
