Παρασκευή 28 Αυγούστου, 20:40
Array
(
    [category] => Αποδράσεις - Ταξίδια
    [link] => https://www.infokids.gr/category/psychagogia/apodraseis-taksidia/
    [id] => 67
)

Εκπαίδευση: Γιατί η Ελλάδα μένει τόσο χαμηλά στο PISA ενώ άλλες χώρες με λιγότερα χρήματα τα καταφέρνουν καλύτερα;

Η Ελλάδα επενδύει λιγότερα στην εκπαίδευση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Όμως αυτό δεν αρκεί για να εξηγήσει τις χαμηλές επιδόσεις των μαθητών της. Τι δείχνουν τα στοιχεία για τα μαθηματικά, την κατανόηση κειμένου και τις φυσικές επιστήμες και πού βρίσκεται τελικά το πρόβλημα;

Πόσο κοστίζει πραγματικά η εκπαίδευση ενός παιδιού; Και ακόμη πιο σημαντικό: πόσο από αυτό το κόστος μετατρέπεται τελικά σε καλύτερη μάθηση;

Το ερώτημα αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην Ελλάδα, όπου οι μαθητές εμφανίζονται σταθερά κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ στις διεθνείς αξιολογήσεις PISA (Programme for International Student Assessmen, μεγάλη διεθνής εκπαιδευτική έρευνα του ΟΟΣΑ (OECD) που συγκρίνει το τι μπορούν να κάνουν οι μαθητές διαφορετικών χωρών στην πράξη – όχι απλώς τι έχουν διδαχθεί στο σχολείο), ενώ η χώρα βρίσκεται και χαμηλά στις δημόσιες δαπάνες για την εκπαίδευση.

Αρκεί όμως αυτό για να εξηγήσει την εικόνα; Τα στοιχεία δείχνουν πως όχι. Και ίσως αυτή να είναι η πιο δύσκολη ερώτηση που πρέπει να απαντήσει το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Οι αριθμοί του PISA είναι δύσκολο να αγνοηθούν

Στην τελευταία διαθέσιμη αξιολόγηση PISA, του 2022, οι 15χρονοι μαθητές στην Ελλάδα συγκέντρωσαν κατά μέσο όρο 430 μονάδες στα μαθηματικά, έναντι 472 μονάδων στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Στην κατανόηση κειμένου η Ελλάδα συγκέντρωσε 438 μονάδες, έναντι 476 του ΟΟΣΑ, ενώ στις φυσικές επιστήμες 441, έναντι 485.

Η διαφορά δεν είναι μικρή. Στα μαθηματικά, μόλις το 53% των μαθητών στην Ελλάδα έφτασε τουλάχιστον στο Επίπεδο 2, το οποίο ο ΟΟΣΑ θεωρεί το βασικό επίπεδο επάρκειας. Στον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ το ποσοστό ήταν 69%. Με άλλα λόγια, σχεδόν ένας στους δύο 15χρονους στην Ελλάδα δεν έφτασε το βασικό επίπεδο μαθηματικής επάρκειας. Και η εικόνα δεν περιορίζεται στα μαθηματικά. Στην κατανόηση κειμένου το 62% των μαθητών έφτασε τουλάχιστον στο Επίπεδο 2, ενώ στις φυσικές επιστήμες το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 63%.

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι δεν πρόκειται απλώς για μια κακή χρονιά. Από το 2012 έως το 2022, οι επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών υποχώρησαν περισσότερο από 20 μονάδες και στα τρία αντικείμενα. Στα μαθηματικά η μέση επίδοση έπεσε από 453 σε 430 μονάδες, στην κατανόηση κειμένου από 477 σε 438 και στις φυσικές επιστήμες από 467 σε 441.

Και εδώ ακριβώς γεννιέται η απορία: Τι δεν λειτουργεί; Φταίνε τα χρήματα; Σε έναν βαθμό, ναι. Η Ελλάδα δεν είναι χώρα που επενδύει πολλά στην εκπαίδευση. Η δημόσια δαπάνη για την εκπαίδευση αντιστοιχεί σε περίπου 3,9%-4% του ΑΕΠ, έναντι περίπου 4,7% στον ΟΟΣΑ και την ΕΕ. Ο ΟΟΣΑ χαρακτηρίζει μάλιστα τη χρόνια υποεπένδυση έναν από τους περιορισμούς που αντιμετωπίζουν τα ελληνικά σχολεία. Άρα είναι λογικό να αναρωτηθεί κανείς αν οι χαμηλές επιδόσεις είναι απλώς αποτέλεσμα ανεπαρκών πόρων. Μόνο που εδώ η σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες περιπλέκει την εικόνα.

Η Λετονία, για παράδειγμα, έχει πετύχει σχετικά καλές επιδόσεις στα μαθηματικά και στην κατανόηση κειμένου, παρότι η δαπάνη ανά μαθητή είναι σημαντικά χαμηλότερη από τον μέσο όρο της ΕΕ. Αντίστοιχα, υπάρχουν χώρες που δαπανούν περισσότερα και δεν εμφανίζουν αντίστοιχα υψηλές επιδόσεις. Άρα η απάντηση δεν μπορεί να είναι απλώς: «Η Ελλάδα έχει χαμηλό PISA επειδή δεν δίνει αρκετά χρήματα».

Τα χρήματα έχουν σημασία. Αλλά έχει σημασία τι αγοράζουν.

Και εδώ βρίσκεται ίσως το πραγματικό πρόβλημα. Μια πρόσφατη, εκτενής αξιολόγηση του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος από τον ΟΟΣΑ είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Η Ελλάδα παραμένει ένα από τα πιο συγκεντρωτικά εκπαιδευτικά συστήματα του ΟΟΣΑ. Κρίσιμες αποφάσεις για το προσωπικό, τον προϋπολογισμό και την εφαρμογή του αναλυτικού προγράμματος λαμβάνονται σε μεγάλο βαθμό κεντρικά, αφήνοντας περιορισμένο περιθώριο στα ίδια τα σχολεία να προσαρμόσουν τη λειτουργία τους στις ανάγκες των μαθητών τους.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η αποκέντρωση από μόνη της θα λύσει το πρόβλημα. Σημαίνει όμως ότι ένα σχολείο που αντιμετωπίζει διαφορετικές ανάγκες από ένα άλλο έχει περιορισμένα περιθώρια να οργανώσει διαφορετικά τους πόρους και τη διδασκαλία του.

Και υπάρχει και ένα ακόμη ζήτημα. Δεν αρκεί να έχεις εκπαιδευτικούς. Χρειάζεται να τους στηρίζεις. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, η συμμετοχή των εκπαιδευτικών στην επαγγελματική ανάπτυξη παραμένει περιορισμένη σε σχέση με τον μέσο όρο των χωρών του Οργανισμού.

Στην PISA 2022, σχεδόν 3 στους 10 μαθητές στην Ελλάδα φοιτούσαν σε σχολεία των οποίων οι διευθυντές δήλωσαν ότι «ποτέ ή σχεδόν ποτέ» δεν εργάζονται πάνω σε ένα σχέδιο επαγγελματικής ανάπτυξης για το σχολείο. Το αντίστοιχο ποσοστό στον ΟΟΣΑ ήταν μόλις 5,6%. Την ίδια στιγμή, οι μαθητές φαίνεται να αντιμετωπίζουν και ένα πρόβλημα μέσα στην ίδια την τάξη.

Μόλις το 46% δήλωσε ότι, στα περισσότερα μαθήματα μαθηματικών, ο εκπαιδευτικός δείχνει ενδιαφέρον για τη μάθηση κάθε μαθητή, έναντι 63% στον ΟΟΣΑ. Μόλις 57% δήλωσε ότι ο εκπαιδευτικός προσφέρει επιπλέον βοήθεια όταν χρειάζεται, έναντι 70% στον ΟΟΣΑ. Και το κλίμα στην τάξη δεν είναι αμελητέο.

Περίπου 35% των μαθητών στην Ελλάδα δήλωσαν ότι δεν μπορούν να δουλέψουν καλά στα περισσότερα ή σε όλα τα μαθήματα, έναντι 23% στον ΟΟΣΑ. Το 43% ανέφερε ότι δεν ακούει τι λέει ο εκπαιδευτικός, ενώ το 38% δήλωσε ότι αποσπάται από τη χρήση ψηφιακών συσκευών.

Μικρότερες τάξεις, αλλά όχι καλύτερα αποτελέσματα

Και εδώ υπάρχει ένα στοιχείο που κάνει την ελληνική περίπτωση ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. Αν κάποιος υποθέσει ότι το πρόβλημα είναι απλώς οι πολυπληθείς τάξεις, τα στοιχεία δεν τον επιβεβαιώνουν απόλυτα.

Η Ελλάδα έχει μικρότερες μέσες τάξεις από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Το 2022 ο μέσος αριθμός μαθητών ανά τάξη ήταν περίπου 17 στην πρωτοβάθμια και 22 στη δευτεροβάθμια, έναντι 20,6 και 23,3 αντίστοιχα στον ΟΟΣΑ. Άρα έχουμε ένα ακόμη παράδοξο:

Δεν έχουμε τις μεγαλύτερες τάξεις. Δεν έχουμε όμως και τις καλύτερες επιδόσεις. Αυτό δείχνει για ακόμη μία φορά ότι η ποιότητα της εκπαίδευσης δεν εξαρτάται από έναν μόνο δείκτη. Και η Ελλάδα δεν έχει μόνο λίγους καλούς μαθητές. Έχει και πολύ λίγους μαθητές στην κορυφή. Ίσως αυτό να είναι ένα από τα πιο ανησυχητικά στοιχεία. Στα μαθηματικά, μόλις 2% των Ελλήνων μαθητών έφτασαν στα ανώτερα επίπεδα 5 ή 6 του PISA. Στον ΟΟΣΑ το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 9%. Δηλαδή το ζήτημα δεν είναι μόνο ότι ένα μεγάλο ποσοστό παιδιών δυσκολεύεται να φτάσει το βασικό επίπεδο. Είναι και ότι πολύ μικρότερο ποσοστό καταφέρνει να φτάσει πολύ ψηλά. Και αυτό έχει σημασία για το μέλλον μιας χώρας που θέλει να παράγει επιστήμονες, μηχανικούς, ερευνητές, επιχειρηματίες και ανθρώπους με υψηλές δεξιότητες.

Γιατί λοιπόν συμβαίνει αυτό;

Δεν υπάρχει μία απάντηση – και θα ήταν παραπλανητικό να υποστηρίξουμε ότι υπάρχει. Ο ΟΟΣΑ μιλά για ένα σύνολο παραγόντων: χρόνια υποεπένδυση, πολύ συγκεντρωμένη διοίκηση, περιορισμένη αυτονομία των σχολείων, ανάγκη για πιο συστηματική επαγγελματική ανάπτυξη των εκπαιδευτικών, δυσκολίες στην εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων και περιορισμένη αξιοποίηση της ψηφιακής τεχνολογίας με παιδαγωγικό τρόπο.

Και υπάρχει κάτι ακόμη που δεν πρέπει να αγνοούμε: το κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον των παιδιών.Στο PISA 2022, οι μαθητές από το χαμηλότερο κοινωνικοοικονομικό τεταρτημόριο είχαν πολύ μεγαλύτερη πιθανότητα να βρίσκονται κάτω από το βασικό επίπεδο στα μαθηματικά σε σχέση με τους πιο προνομιούχους μαθητές. Η εκπαίδευση, επομένως, δεν ξεκινά για όλα τα παιδιά από την ίδια αφετηρία.

Η δημογραφία μπορεί να δώσει στην Ελλάδα μια ευκαιρία

Και εδώ υπάρχει μια ενδιαφέρουσα αντίφαση. Η Ελλάδα θα έχει λιγότερα παιδιά στα σχολεία τα επόμενα χρόνια. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ότι ο πληθυσμός ηλικίας 3-18 ετών στη χώρα μας θα μειωθεί περίπου 12% έως το 2030. Αυτό είναι τεράστια δημογραφική πρόκληση. Θα μπορούσε όμως να γίνει και ευκαιρία.

Λιγότεροι μαθητές δεν θα πρέπει να σημαίνει απλώς λιγότερες ανάγκες και μικρότερους προϋπολογισμούς. Θα μπορούσε να σημαίνει περισσότερους πόρους ανά παιδί, περισσότερη εξατομικευμένη υποστήριξη, καλύτερη επιμόρφωση εκπαιδευτικών και μεγαλύτερη δυνατότητα να αντιμετωπιστούν οι ανισότητες μεταξύ των σχολείων.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι, αν οι συνολικοί σχολικοί προϋπολογισμοί αυξάνονταν απλώς με τον πληθωρισμό, η δαπάνη ανά μαθητή στην ΕΕ θα μπορούσε να αυξηθεί κατά περίπου 19% έως το 2030, καθώς ο μαθητικός πληθυσμός θα μειώνεται.

Το ερώτημα δεν είναι μόνο «πόσα δίνουμε»

Και ίσως αυτή να είναι τελικά η πιο χρήσιμη συζήτηση που μπορούν να ανοίξουν τα στοιχεία. Η Ελλάδα χρειάζεται περισσότερη επένδυση στην εκπαίδευση. Αυτό φαίνεται από τη μεγάλη απόσταση που τη χωρίζει από τον ευρωπαϊκό και τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Αλλά δεν αρκεί να αυξηθεί ένα κονδύλι στον προϋπολογισμό.

Αν τα χρήματα δεν φτάσουν στη διδασκαλία, στην υποστήριξη των εκπαιδευτικών, στα παιδιά που δυσκολεύονται, στις υποδομές και σε σύγχρονες μεθόδους μάθησης, είναι δύσκολο να περιμένουμε ότι θα αλλάξει ένας αριθμός στο PISA.

Και ίσως γι’ αυτό η ελληνική περίπτωση είναι τόσο ενδιαφέρουσα. Η χώρα δεν έχει απλώς πρόβλημα χρημάτων. Έχει πρόβλημα του πώς μετατρέπει τους πόρους, την οργάνωση και τις μεταρρυθμίσεις σε πραγματική μάθηση μέσα στην τάξη.

Το PISA δεν είναι ο μοναδικός τρόπος να κρίνουμε ένα σχολείο. Δεν μετρά τη δημιουργικότητα, τον χαρακτήρα, τη χαρά της μάθησης ή όλες τις δεξιότητες που χρειάζεται ένα παιδί.

Αλλά όταν σχεδόν ένας στους δύο 15χρονους δεν φτάνει το βασικό επίπεδο στα μαθηματικά και οι επιδόσεις έχουν υποχωρήσει επί μία δεκαετία, είναι δύσκολο να αντιμετωπίσουμε τα στοιχεία ως ακόμη μία διεθνή κατάταξη.

Είναι ένα ερώτημα που αφορά άμεσα το μέλλον των παιδιών μας: τι ακριβώς πρέπει να αλλάξει στο ελληνικό σχολείο ώστε τα χρήματα, οι εκπαιδευτικοί και οι μεταρρυθμίσεις να μεταφράζονται τελικά σε καλύτερη μάθηση;

Διαβάστε επίσης:

Το παιδί σας κοιμάται αργά το καλοκαίρι; Πώς να επαναφέρετε το ωράριό του πριν ανοίξουν τα σχολεία

Δημοτικά Σχολεία: Τι αλλάζει στο ωρολόγιο πρόγραμμα – Αναλυτικά οι ώρες μαθημάτων ανά τάξη

Ροή Ειδήσεων