Το ξέρετε ότι ο ελληνικός εθνικός ύμνος δεν γεννήθηκε ως ύμνος; Ξεκίνησε ως ποίημα, μέσα σε μια από τις πιο κρίσιμες στιγμές της νεότερης ιστορίας, και σταδιακά απέκτησε τον συμβολισμό που γνωρίζουμε σήμερα.
Πώς γράφτηκε ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν»
Τον Μάιο του 1823, στη Ζάκυνθο, ο Διονύσιος Σολωμός γράφει τον «Ύμνον εις την Ελευθερίαν», ένα εκτενές ποίημα εμπνευσμένο από την Ελληνική Επανάσταση. Έναν χρόνο αργότερα, το έργο τυπώνεται στο Μεσολόγγι, αποκτώντας ευρύτερη διάδοση.
Το ποίημα φέρει έντονα στοιχεία ρομαντισμού, αλλά και επιρροές από τον κλασικισμό. Αποτελείται από 158 τετράστιχες στροφές, με εναλλαγή τροχαϊκών οκτασύλλαβων και επτασύλλαβων στίχων, κάτι που του δίνει έντονο ρυθμό και απαγγελτική δύναμη. Από την πρώτη στιγμή όλα συνηγορούν στο να γίνει αυτό που είναι: η ποιητική αποτύπωση της έννοιας της ελευθερίας, όπως τη βίωναν οι Έλληνες εκείνη την περίοδο.
Η μελοποίηση και η διαδρομή προς την καθιέρωση
Το 1828, ο Κερκυραίος συνθέτης Νικόλαος Μάντζαρος μελοποιεί για πρώτη φορά το ποίημα, βασιζόμενος σε λαϊκά μουσικά μοτίβα και γράφοντας το έργο για τετράφωνη ανδρική χορωδία. Η μουσική αυτή εκδοχή αρχίζει να ακούγεται συχνά στα Επτάνησα, τόσο σε εθνικές γιορτές όσο και σε ιδιωτικούς χώρους, και σταδιακά καθιερώνεται στη συνείδηση των κατοίκων ως άτυπος ύμνος.
Ο Μάντζαρος επανέρχεται επανειλημμένα στο έργο, δημιουργώντας νέες εκδοχές το 1837 και το 1839-1840, ενώ το 1844 παρουσιάζει μια πιο σύνθετη, αντιστικτική μελοποίηση στον βασιλιά Όθωνα. Παρά τη βράβευση τόσο του ίδιου όσο και του Σολωμού από το Τάγμα του Σωτήρα, το έργο δεν υιοθετείται τότε ως επίσημος εθνικός ύμνος.
Το 1861, ο συνθέτης επεξεργάζεται ξανά τη μουσική, αυτή τη φορά σε ρυθμό εμβατηρίου, κατόπιν παραγγελίας του Υπουργείου Στρατιωτικών. Αυτή η εκδοχή θα αποδειχθεί καθοριστική.
Η καθιέρωση ως εθνικός ύμνος
Η οριστική στροφή έρχεται το 1865, όταν ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ επισκέπτεται την Κέρκυρα. Εκεί ακούει τη μελοποίηση του Μάντζαρου σε εκδοχή για μπάντα πνευστών από τη Φιλαρμονική Εταιρεία Κερκύρας. Η εντύπωση που του προκαλεί οδηγεί στην έκδοση Βασιλικού Διατάγματος από το Υπουργείο Ναυτικών, με το οποίο το έργο χαρακτηρίζεται «επίσημον εθνικόν άσμα».
Από τότε, διατάσσεται η εκτέλεσή του σε όλες τις ναυτικές παρατάξεις του Βασιλικού Ναυτικού, ενώ ενημερώνονται και οι ξένες διπλωματικές αρχές ώστε να αποδίδονται τιμές και από ξένα πλοία. Έτσι, ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» καθιερώνεται στην πράξη ως εθνικός ύμνος της Ελλάδας.
Ποιες στροφές ακούμε σήμερα
Από τις 158 στροφές του αρχικού ποιήματος, οι 24 πρώτες αναγνωρίστηκαν ως εθνικός ύμνος. Στην πράξη, όμως, χρησιμοποιούνται μόνο οι δύο πρώτες, οι οποίες συνοδεύουν την έπαρση και την υποστολή της σημαίας και ακούγονται σε επίσημες τελετές. Κατά την ανάκρουσή του, αποδίδονται τιμές με απόλυτη ακινησία, σύμφωνα με το τυπικό των στρατιωτικών χαιρετισμών.
Ένα έργο με διαχρονική παρουσία
Η πρώτη πλήρης εκτύπωση της μελοποίησης του Μάντζαρου έγινε στο Λονδίνο το 1873, έναν χρόνο μετά τον θάνατό του. Έκτοτε, το έργο γνώρισε πολλές διασκευές, με πιο διαδεδομένη εκείνη για στρατιωτικές μπάντες, η οποία εξακολουθεί να χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ο ίδιος ύμνος χρησιμοποιείται και ως εθνικός ύμνος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο τον συμβολικό του χαρακτήρα.
Οι στίχοι του εθνικού ύμνου της Ελλάδας
Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη
που με βία μετράει τη γη.
Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά.
