Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μια πριγκίπισσα…

Οταν η μικρή μου κόρη ήταν στη β’ δημοτικού, ήρθε η ώρα για την πρώτη έκθεση. -«Μαμά, μας έβαλε η δασκάλα να γράψουμε ένα δικό μας παραμύθι, όπως το θέλουμε, για την πριγκίπισσα και το βασιλόπουλο, πρέπει να έχει μέσα και κάστρο και δράκους, ξέρεις», μου είπε μια μέρα. Καλή προσέγγιση για πρώτη έκθεση ένα παραμύθι, λέω από μέσα μου και τη ρώτησα αν χρειάζεται βοήθεια από μένα. – «Οχι μαμά, είναι εύκολο, ξέρω τι θα γράψω», μου απάντησε. Την άφησα λοιπόν να ανοίξει τα φτερά της σε ακόμη μια πρώτη πτήση, μια έκθεση μόνη της.

Οταν τελείωσε, ήρθε περήφανη και μου την έδωσε να τη δω, μια συγκινητική σκηνή ομολογουμένως, η οποία όμως έδωσε τη θέση της στην αμηχανία και την αμφότερη απογοήτευση, μόλις άρχισα να τη διαβάζω. Σας την παραθέτω (με ορθογραφικές παρεμβάσεις μόνο) :

«Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μια πριγκίπισσα που ζούσε σε ένα μεγάλο κάστρο με πολλούς υπηρέτες. Μια μέρα βαριόταν και δεν είχε τι να κάνει και αποφάσισε να πάει στο βασιλόπουλο για να αγοράσει κάτι να φάει. Αγόρασε διάφορα πράγματα και μετά γύρισε στο κάστρο και μαγείρεψε ένα τοστ. Μετά έβαλε αθλητικά και έπαιξε μπάσκετ με το δράκο που έμενε και αυτός στο κάστρο. Και ζήσαν καλά κι εμείς καλύτερα».

Της εξήγησα αμέσως ότι η δασκάλα δεν εννοούσε αυτό το Βασιλόπουλο που ψωνίζουμε, αλλά το γιο του βασιλιά που αγαπά την πριγκίπισσα. Αφού τελικά συμφώνησε μαζί μου γιατί δεν την έπεισα από την αρχή, μου λέει «…και τώρα πρέπει να γράψω μια βαρετή ιστορία ότι αγαπιούνται και μπλαμπλαμπλα…»

Της είπα ναι. Στο σχολείο πήγε με μια άλλη έκθεση λοιπόν, βαρετή και μπλαμπλαμπλα. Την άλλη μέρα το μετάνιωσα που δεν την άφησα να γράψει αυτό που ήθελε γιατί ήταν «εκτός θέματος», όπως της είπα.

Από αυτή την πρώτη έκθεση τελικά «διδάχθηκα» μόνον εγώ, ενώ απογοήτευσα την κόρη μου την οποία βιάστηκα να «συμμορφώσω»… Τα παιδιά είναι αυτά που θα αλλάξουν τον κόσμο, αυτός είναι ο προορισμός τους και όταν εμείς οι «μεγάλοι» νομίζουμε ότι κάνουμε ένα βήμα προς τα εμπρός, αυτά μας έχουν προσπεράσει και προηγούνται με απόσταση.

Πηγή: Ναταλία Θεοδούλου