Γράφει η Ιωάννα Θεοδωρακοπούλου, PsyD, MSc, Counselling Psychologist – Psychotherapist / Infertility Counsellor, Head of Counselling services at SYNEIDOS ([email protected])
Η στιγμή που ένας άνθρωπος γίνεται γονιός ύστερα από χρόνια υπογονιμότητας, θεραπειών και ψυχικής εξάντλησης μοιάζει συχνά σαν ένα τέλος. Στην πραγματικότητα όμως είναι μια νέα αρχή και μαζί της ξεκινά μια βαθιά ψυχολογική διαδρομή. Πώς θα μιλήσω στο παιδί μου για τον τρόπο που ήρθε στη ζωή; Βλέπουμε συχνά γονείς που πιστεύουν ότι η μεγαλύτερη δυσκολία είναι αν θα αποκαλύψουν την αλήθεια. Στην πραγματικότητα, το πιο δύσκολο κομμάτι είναι να αντέξουν συναισθηματικά την ύπαρξη αυτής της αλήθειας μέσα στη σχέση με το παιδί τους. Γιατί η δωρεά γενετικού υλικού δεν αφορά μόνο μια ιατρική διαδικασία. Αγγίζει βαθιά ζητήματα ταυτότητας, δεσμού, απώλειας, φόβου και αγάπης.
Οι περισσότεροι γονείς που απέκτησαν παιδί μέσω δότη κουβαλούν ένα αόρατο πένθος. Το πένθος της μη γενετικής σύνδεσης. Και αυτό είναι πολύ πιο συχνό απ’ όσο παραδέχεται η κοινωνία. Υπάρχουν γονείς που αγαπούν βαθιά το παιδί τους και ταυτόχρονα πονάνε επειδή δεν βλέπουν τον εαυτό τους γενετικά μέσα σε αυτό. Αυτά τα δύο συναισθήματα όχι μόνο μπορούν να συνυπάρχουν, αλλά συχνά συνυπάρχουν. Το πρόβλημα ξεκινά όταν ο γονιός νιώθει ενοχή για αυτά τα συναισθήματα και προσπαθεί να τα εξαφανίσει αντί να τα επεξεργαστεί. Τότε η ιστορία της δωρεάς μετατρέπεται ασυνείδητα σε “ευαίσθητο θέμα”, σε κάτι που αποφεύγεται, ψιθυρίζεται ή φορτίζεται με άγχος. Και τα παιδιά αντιλαμβάνονται πάντα το συναισθηματικό φορτίο, ακόμη κι όταν δεν γνωρίζουν τις λεπτομέρειες.
Όμως, ένα από τα μεγαλύτερα λάθη που κάνουν οι γονείς είναι ότι αντιμετωπίζουν την αποκάλυψη σαν ένα δραματικό γεγονός. «Πότε είναι η σωστή στιγμή να του το πω;» Η σωστή ψυχολογική προσέγγιση δεν είναι μια “μεγάλη αποκάλυψη”, αλλά μια σταδιακή αφήγηση ζωής. Το παιδί χρειάζεται να μεγαλώνει γνωρίζοντας την ιστορία του με τρόπο φυσικό, εξελικτικό και προσαρμοσμένο στην ηλικία του. Η αλήθεια λειτουργεί καλύτερα όταν δεν πέφτει ξαφνικά σαν σοκ πάνω στην ταυτότητα του παιδιού. Όταν η πληροφορία ενσωματώνεται από νωρίς στη ζωή του, το παιδί δεν αισθάνεται ότι του έκρυβαν κάτι. Αντιθέτως, μαθαίνει ότι η ιστορία του είναι ένα φυσικό κομμάτι της ύπαρξής του.
Το παιδί δεν θα νιώσει όπως εσείς
Θα μπορούσα να πω από την εμπειρία μου, ότι ίσως να είναι το πιο δύσκολο σημείο για πολλούς γονείς το γεγονός ότι το παιδί τους δεν θα νοιώσει όπως εκείνοι. Το παιδί μπορεί να θέλει να μιλά συχνά για τον δότη, να μη θέλει να μιλά ποτέ, να αισθάνεται περιέργεια, να έχει θυμό, να δείχνει αδιαφορία, ή και όλα αυτά μαζί σε διαφορετικές ηλικίες. Και όλα είναι φυσιολογικά. Πολλοί γονείς πανικοβάλλονται όταν το παιδί δείξει ενδιαφέρον για τον δότη, γιατί το βιώνουν σαν απειλή. Σαν να κινδυνεύει ο γονικός τους ρόλος. Όμως η περιέργεια για τη γενετική προέλευση δεν είναι απόρριψη των γονέων. Είναι ανθρώπινη ανάγκη ταυτότητας.
Ένας έφηβος που αναζητά πληροφορίες για τον δότη δεν ψάχνει απαραίτητα “άλλον πατέρα” ή “άλλη μητέρα”. Συνήθως προσπαθεί να απαντήσει σε βαθύτερα ερωτήματα:
- Από πού προέρχομαι;
- Σε ποιον μοιάζω;
- Ποια κομμάτια μου δεν γνωρίζω ακόμα;
Αυτή η αναζήτηση δεν ακυρώνει τον συναισθηματικό δεσμό με την οικογένεια.
Τα παιδιά δεν τραυματίζονται από την αλήθεια. Τραυματίζονται από τη σιωπή, το μυστικό, την ντροπή και το άγχος που περιβάλλει την αλήθεια. Ένα παιδί μπορεί να αντέξει πολύ σύνθετες πληροφορίες όταν μεγαλώνει μέσα σε συναισθηματική ασφάλεια. Αντίθετα, όταν αισθάνεται ότι “δεν πρέπει να μιλάμε γι’ αυτό”, “η μαμά στεναχωριέται”, “ο μπαμπάς αποφεύγει το θέμα”, τότε αρχίζει να συνδέει την ίδια του την ιστορία με ενοχή ή φόβο. Ο στόχος λοιπόν δεν είναι απλώς η ενημέρωση του παιδιού. Είναι να δημιουργηθεί ένα περιβάλλον όπου όλες οι ερωτήσεις επιτρέπονται. Ακόμη και οι δύσκολες.
Υπάρχουν και στιγμές που το παιδί δεν θέλει να μιλήσει. Αυτό επίσης χρειάζεται σεβασμό. Ορισμένοι γονείς, αφού αποφασίσουν να είναι ανοιχτοί, καταλήγουν να πιέζουν άθελά τους το παιδί να επεξεργαστεί το θέμα περισσότερο απ’ όσο θέλει εκείνη τη στιγμή. Η ψυχολογική ωριμότητα του γονέα φαίνεται και στην ικανότητά του να αντέχει τη σιωπή, την αδιαφορία, ή ακόμη και την απόσταση του παιδιού γύρω από αυτό το θέμα. Δεν χρειάζεται κάθε συζήτηση να οδηγήσει σε “βαθιά εξομολόγηση”. Μερικές φορές αρκεί το παιδί να ξέρει ότι όταν θελήσει να μιλήσει, οι γονείς του θα αντέξουν να το ακούσουν.
Σαφώς και η κοινωνία εξακολουθεί να δίνει υπερβολική αξία στη βιολογική συγγένεια. Όμως η ψυχική ζωή ενός παιδιού χτίζεται κυρίως μέσα από τη φροντίδα, τη σταθερότητα, τη συναισθηματική διαθεσιμότητα, και τη σχέση. Ο γονιός είναι αυτός που μένει παρών στις νύχτες του φόβου, στις αρρώστιες, στις απογοητεύσεις, στην καθημερινότητα της ζωής. Το DNA μπορεί να εξηγήσει βιολογικά χαρακτηριστικά αλλά επουδενεί δεν δημιουργεί από μόνο του δεσμό. Και αυτό είναι κάτι που χρειάζεται να θυμούνται πρώτα οι ίδιοι οι γονείς.
Τελικά, τι χρειάζεται περισσότερο το παιδί;
Όχι “τέλειες” απαντήσεις. Χρειάζεται γονείς που δεν φοβούνται την αλήθεια, δεν ντρέπονται για την ιστορία της οικογένειάς τους, και μπορούν να σταθούν δίπλα στο παιδί καθώς αυτό ανακαλύπτει ποιος είναι. Γιατί η ιστορία της σύλληψής του δεν είναι πρόβλημα προς διαχείριση. Είναι μέρος της ανθρώπινης ιστορίας του.
