«Θα σε είχα “ρίξει” τότε που μπορούσα: Τα τελευταία λόγια της μάνας μου με έκαναν πιο δυνατή»

«Θα σε είχα "ρίξει" αν μπορούσα: Τα τελευταία λόγια της μάνας μου με έκαναν πιο δυνατή»

Η σχέση της μητέρας με το παιδί θεωρείται ευλογημένη. Μία σχέση αγάπης, βαθιάς και απέραντης. Σχεδόν για όλα τα παιδιά αυτό είναι η απόλυτη αλήθεια. Όχι όμως για αυτά που κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν το ναρκισσιμό του γονιού και πόσο μάλλον της μητέρας.

Η ιστορία αυτής της νεαρής κοπέλας αποδεικνύει, πως μία τοξική συμπεριφορά του γονιού, μπορεί να γίνει δύναμη.

«Μητέρα: ένας άνθρωπος που αγαπά ανυπέρβλητα και ανιδιοτελώς… Ο άνθρωπος που χτίζει πολύτιμες αναμνήσεις, ένας άνθρωπος που αγαπάμε και θαυμάζουμε. Είναι αστείο το πόσο πολλοί άνθρωποι κάνουν την παραπάνω σκέψη και εξαίρουν τη σημασία της μητέρας, ενώ εγώ δυστυχώς γνωρίζω το ακριβώς αντίθετο. Δεν γνώριζα πόσο νάρκισσος ήταν μέχρι τα τελευταία της χρόνια, αλλά πάντα γνώριζα πως δεν ήταν η μητέρα που ήθελα.

Ως παιδί, λάτρευμα τη μητέρα μου, και θα έκανα τα πάντα για να είναι περήφανη για μένα και αντίστοιχα να μου δείξει αγάπη. Είναι εξοντωτικό για ένα παιδί να προσπαθεί να κάνει κάποιον να το αγαπήσει, από τη στιγμή που είναι ανίκανος. Η μητέρα μου θα διαφωνούσε με αυτό και θα έλεγε ότι έχει κάνει τόσα πολλά για μένα κι αυτό γιατί με έντυνε και με τάιζε. Της έφτανε. Άρχισε να με μειώνει. Ήμουν αδύναμη, νευρική και αμφισβητούσα τον εαυτό μου.

Συνειδητοποίησα, ότι ο μόνος τρόπος για να βγω από το καβούκι αυτό που με έκλεισε η μητέρα μου ήταν να κόψω αυτήν την αρνητική πηγή που με γέμιζε τόσο πόνο. Έτσι, το έκανα και η ζωή μου έκανε στροφή 180 μοιρών.

Πέρασαν 5 χρόνια από τότε που έβγαλα τη μητέρα μου από τη ζωή μου και ειλικρινά ήταν η καλύτερη απόφαση που πήρα ποτέ στη ζωή μου. Και εδώ θα γυρίσω λίγο στο παρελθόν κι εκείνο το νευρικό, θλιμμένο κοριτσάκι που ήμουν.

Ως παιδί δεν είχα ποτέ άποψη ή να μπορούσα να διαφωνήσω σε κάτι. Ό,τι έλεγε η μητέρα μου και μόνο ήταν σωστό. ΄Υπήρχαν φορές που προσπαθούσα και πάντα με ειρωνευόταν λέγοντας: “Ω ναι, ξέχασα, είσαι καλύτερη από μένα. Ξέχασα, ότι είμαι αμόρφωτη και δεν ξέρω τίποτα”. Άλλες φορές δεν μου απαντούσε καν. Μισούσα να μην ξέρω τι σκεφτόταν και τι θα γινόταν στη συνέχεια ήταν κάτι που με γεμιζε τρόμο. Κι αυτή η σιωπή με έκανε να νιώθω μοναξιά και αποξένωση.

Κάποια στιγμή έλαβα μέρος σε έναν διαγωνισμό αυτοπροσωπογραφίας στο σχολείο, σε ηλικία 8 ετών. Ήμουν τόσο ενθουσιασμένη, ξέθαψα τις καλύτερες μπογιές μου και άρχισα να ζωγραφίζω. Η μητέρ αμου με ρώτησε τι έκανα και πότε θα της το έλεγα, και αντί να με ενθαρρύνη, μου είπε: “Δεν ξέρω γιατί προσπαθείς, δεν σου μοιάζει καθόλου. Δεν πρόκειται να κερδίσεις ποτέ”. Αυτές οι λέξεις με πλήγωσαν σκληρά και άρχισα να την πιστεύω. Κοιτούσα το πορτρέτο μου και σκεφτόμουν, ότι ήταν για τα σκουπίδια. Όμως, ήμουν φοβερά ενοχλημένη για το πόσο δεν είχα πίστη στον εαυτό μου. 400 μαθητές πήραν μέρος στον διαγωνισμό. Κι εγώ καθόμουν με σκυμμένο κεφάλι, όταν ανακοίνωναν τον νικητή. Ημουν η ΝΙΚΗΤΡΙΑ. Τα είχα καταφέρει. Ήμουν τόσο πολύ ενθουσιασμένη που δεν μπορούσα να περιμένω για να το πω στη μαμά μου. Πίστευα, ότι θα ενθουσιαστεί, όμως εκείνη σήκωσε τους ώμους της και είπε: “Μάλλον σε λυπήθηκαν…”

Πέρασαν 5 χρόνια από τότε που έβγαλα τη μητέρα μου από τη ζωή μου και ειλικρινά ήταν η καλύτερη απόφαση που πήρα ποτέ στη ζωή μου. Και εδώ θα γυρίσω λίγο στο παρελθόν κι εκείνο το νευρικό, θλιμμένο κοριτσάκι που ήμουν.

Ως παιδί δεν είχα ποτέ άποψη ή να μπορούσα να διαφωνήσω σε κάτι. Ό,τι έλεγε η μητέρα μου και μόνο ήταν σωστό. ΄Υπήρχαν φορές που προσπαθούσα και πάντα με ειρωνευόταν λέγοντας: “Ω ναι, ξέχασα, είσαι καλύτερη από μένα. Ξέχασα, ότι είμαι αμόρφωτη και δεν ξέρω τίποτα”. Άλλες φορές δεν μου απαντούσε καν. Μισούσα να μην ξέρω τι σκεφτόταν και τι θα γινόταν στη συνέχεια ήταν κάτι που με γεμιζε τρόμο. Κι αυτή η σιωπή με έκανε να νιώθω μοναξιά και αποξένωση.

Κάποια στιγμή έλαβα μέρος σε έναν διαγωνισμό αυτοπροσωπογραφίας στο σχολείο, σε ηλικία 8 ετών. Ήμουν τόσο ενθουσιασμένη, ξέθαψα τις καλύτερες μπογιές μου και άρχισα να ζωγραφίζω. Η μητέρ αμου με ρώτησε τι έκανα και πότε θα της το έλεγα, και αντί να με ενθαρρύνη, μου είπε: “Δεν ξέρω γιατί προσπαθείς, δεν σου μοιάζει καθόλου. Δεν πρόκειται να κερδίσεις ποτέ”. Αυτές οι λέξεις με πλήγωσαν σκληρά και άρχισα να την πιστεύω. Κοιτούσα το πορτρέτο μου και σκεφτόμουν, ότι ήταν για τα σκουπίδια. Όμως, ήμουν φοβερά ενοχλημένη για το πόσο δεν είχα πίστη στον εαυτό μου. 400 μαθητές πήραν μέρος στον διαγωνισμό. Κι εγώ καθόμουν με σκυμμένο κεφάλι, όταν ανακοίνωναν τον νικητή. Ημουν η ΝΙΚΗΤΡΙΑ. Τα είχα καταφέρει. Ήμουν τόσο πολύ ενθουσιασμένη που δεν μπορούσα να περιμένω για να το πω στη μαμά μου. Πίστευα, ότι θα ενθουσιαστεί, όμως εκείνη σήκωσε τους ώμους της και είπε: “Μάλλον σε λυπήθηκαν…”

Η μόνη επιλογή ήταν να η διακοπή κάθε επαφής, τουλάχιστον για την ψυχική μου υγεία. Στα 26 μου μού άνοιξε την… πόρτα της φυλακής και μου είπε ότι πλέον μπορούσα να ζήσω μόνη και να την αφήσω ήσυχη. Ετσι της έδωσα αυτό που ζητούσε. Οι τελευταίες της λέξεις ήταν: Θα έπρεπε να σε είχα ρίξει, όταν είχα την ευκαιρία.

Κι αυτό ήταν ένα βάρος που πια έφυγε από τις πλάτες μου. Ένιωσα ελεύθερη, δεν θα πω ψέματα. Τα τελευταία χρόνια τα πέρασα θρηνώντας την απώλεια μίας μητέρας που δεν είχα. Αλλά δεν ήταν από αυτό. Περισσότερο θρηνούσα την απώλεια της παιδικής μου ηλικίας, των αδελφών μου, αλλά ταυτόχρονα ήμουν και χαρούμενη για τα νέα μου ξεκινήματα.

Κοιτάζω πίσω σε εκείνες τις μέρς και είναι σαν να πρόκειται για κάποιον άλλον, όχι για μένα. Έγραψα την ιστορία μου για να συνδεθώ με άλλους ανθρώπους που μπορεί να έχουν παρόμοια βιώματα με μένα και να τους πω, ότι δεν είναι μόνοι.

Πλέον είμαι δυνατή, και ευχαριστώ για αυτό τη μητέρα μου. Δεν θα είχα γίνει τόσο δυνατή, αν δεν με έκανε να νιώσω τόσο πόνο»

Διαβάστε επίσης:

Τα 3 σημάδια που δείχνουν πρόβλημα στην καρδιά του παιδιού και όλοι οι γονείς πρέπει να τα γνωρίζουν

Κέρκυρα: Περιπέτεια για γιαγιά και εγγονή – Έπεσαν και εγκλωβίστηκαν σε πηγάδι

«Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του» και άλλες ατάκες της «Ελληνίδας μάνας»: Γιατί δεν πρέπει να τις λέμε στα παιδιά