Η κυκλοφορία του βιβλίου με τίτλο «Οικογένεια, Οι δεσμοί που μας μεγαλώνουν» της Ελένης Παπαδοπούλου και του Νίκου Κουραβάνα στάθηκε η αφορμή για μία πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση με τους συγγραφείς σχετικά με την εξέλιξη των σχέσεων της οικογένειας καθώς μεγαλώνουμε, τους γονείς και τα ενήλικα παιδιά και για τους δεσμούς που διαμορφώνουν τη ζωή μας.
Μία συζήτηση που θα δώσει στον καθέναν από εμάς κάτι παραπάνω για να σκεφτεί…
Λέτε ότι η σχέση με τους γονείς μας -ή η απουσία της- βρίσκεται στον πυρήνα των μετέπειτα σχέσεών μας. Πόσο συχνά, ως ενήλικες, επαναλαμβάνουμε μέσα στις ερωτικές μας σχέσεις οικογενειακά μοτίβα που πιστεύαμε ότι έχουμε αφήσει πίσω μας;
Νίκος Κουραβάνας: Αρκετά συχνά, και μάλιστα πολύ περισσότερο απ’ όσο συνειδητοποιούμε. Οι πρώιμες σχέσεις μας με τους γονείς ή τους βασικούς φροντιστές μας λειτουργούν ως πρότυπο για τις σχέσεις μας και μας «διδάσκουν» τι σημαίνει οικειότητα, ασφάλεια, αγάπη και σύνδεση. Μέσα από αυτές μαθαίνουμε, συχνά χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, αν οι ανάγκες μας θα ακουστούν, αν μπορούμε να εμπιστευτούμε τον άλλον, αν νιώθουμε ασφάλεια ή αν πρέπει να παλέψουμε για τη σχέση και να βρούμε τρόπους να την κερδίσουμε. Σύμφωνα με τους θεωρητικούς του δεσμού, όπως ο Bowlby, κατά το πρώτο κυρίως έτος ο δεσμός με το κύριο πρόσωπο φροντίδας είναι ασφαλής ή μη ασφαλής, ανάλογα με το πόσο συναισθηματικά παρόν είναι το πρόσωπο φροντίδας στη ζωή και στην κάλυψη των αναγκών του παιδιού.
Αυτό δεν σημαίνει ότι είμαστε καταδικασμένοι να αναπαράγουμε τα οικογενειακά μοτίβα. Σημαίνει όμως ότι το γνώριμο έχει μια παράξενη δύναμη πάνω μας: ακόμη κι όταν κάτι μας έχει πληγώσει, μπορεί να μας φαίνεται οικείο και, επομένως, ασυνείδητα έχει περισσότερες πιθανότητες να μας προσελκύσει και να το επιλέξουμε. Έτσι, ένας άνθρωπος που μεγάλωσε με συναισθηματική απόσταση μπορεί ενδόμυχα να επιθυμεί την εγγύτητα, αλλά τελικά επιλέγει ανθρώπους που είναι συναισθηματικά μη διαθέσιμοι, ενώ κάποιος που έμαθε ότι η αγάπη συνοδεύεται από ένταση μπορεί να δυσκολεύεται να αναγνωρίσει την ηρεμία ως αγάπη και να επιλέγει οξύθυμους και νευρικούς ανθρώπους.
Ελένη Παπαδοπούλου: Είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε το μοτίβο των σχέσεών μας, αλλά και να καταλάβουμε τι ανάγκες εξυπηρετεί. Η επανάληψη συχνά είναι μια προσπάθεια να ξαναζήσουμε μια παλιά ιστορία με διαφορετικό τέλος. Το πρόβλημα είναι ότι, χωρίς επίγνωση, μπορεί να επιλέγουμε ξανά και ξανά το οικείο και αυτό που μας κάνει να νιώθουμε ασφάλεια, αντί για αυτό που πραγματικά μας κάνει καλό. Μεγαλώνοντας επαναλαμβάνουμε τα οικογενειακά μοτίβα, τους τρόπους που μάθαμε να αλληλεπιδρούμε μέσα στην οικογένειά μας και ελπίζουμε ότι θα μπορέσουμε να καλύψουμε τα κενά και τα τραύματα που φέρουμε. Όταν βλέπουμε ότι απλά επαναλαμβάνουμε τα ίδια μοτίβα σχέσεων, απογοητευόμαστε και προσπαθούμε να σταματήσουμε να κουβαλάμε αυτές τις «προβληματικές» για εμάς σχέσεις. Το ζητούμενο δεν είναι να ξεχάσουμε ή να διαγράψουμε τις οικογενειακές μας σχέσεις και τα μοτίβα που κουβαλάμε από το παρελθόν. Στόχος μας είναι να μπορέσουμε να ξεχωρίσουμε τι από όσα μάθαμε μας εκφράζει, μας καλύπτει και μας ολοκληρώνει ως άτομα. Ας εστιάσουμε στο τι θέλουμε πλέον να αλλάξουμε και έτσι θα μπορέσουμε να φτάσουμε πιο κοντά σε μια διαφορετική σχέση, που θα είναι πιο επιθυμητή, πιο συνειδητή και πιο ολοκληρωμένη.
Για πολλές γυναίκες, ο ρόλος της κόρης δεν σταματά ποτέ πραγματικά. Πώς αλλάζει η σχέση μιας γυναίκας με τη μητέρα και τον πατέρα της όταν η ίδια γίνεται πλέον ενήλικη, σύντροφος ή μητέρα; Και πότε ένας γονιός χρειάζεται να καταλάβει ότι πρέπει να αφήσει χώρο στο ενήλικο παιδί του;
Ε.Π.: Όταν μια γυναίκα ενηλικιώνεται, η σχέση με τους γονείς της χρειάζεται, κάποια στιγμή, να αλλάξει μορφή, όπως συμβαίνει και με όλες τις άλλες σχέσεις μας. Δεν παύει να είναι κόρη, αλλά παύει να είναι παιδί. Και αυτή είναι μια πολύ σημαντική διάκριση. Η ενήλικη κόρη δεν χρειάζεται πλέον από τη μητέρα ή τον πατέρα της να αποφασίζουν για εκείνη, να την προστατεύουν από κάθε δυσκολία, να τη συμβουλεύουν ή να εγκρίνουν τις επιλογές της. Χρειάζεται να μπορούν να συναντηθούν ως δύο ενήλικες άνθρωποι, με αγάπη αλλά και με αμοιβαίο σεβασμό. Η αλλαγή αυτή γίνεται ακόμη πιο έντονη όταν η γυναίκα αποκτά σύντροφο ή γίνεται μητέρα. Τότε συχνά επανεξετάζει όσα έζησε στη δική της οικογένεια: τι θέλει να κρατήσει, τι θέλει να κάνει διαφορετικά, τι κατάλαβε τώρα που βρίσκεται η ίδια στη θέση του γονιού. Και πολλές φορές αυτή η διαδικασία φέρνει στην επιφάνεια παλιά συναισθήματα ή ανείπωτα παράπονα.
Ν.Κ.: Για έναν γονιό, το πιο δύσκολο ίσως είναι να καταλάβει ότι η αγάπη δεν μετριέται από το πόσο απαραίτητος παραμένει στη ζωή του παιδιού ούτε από το πόσο μπορεί να παρεμβαίνει στη ζωή του. Το ενήλικο παιδί δεν χρειάζεται έναν γονιό που θα είναι συνεχώς παρών στη ζωή του, αλλά έναν γονιό που ξέρει πότε να είναι παρών και πότε να κάνει ένα βήμα πίσω. Πολλές φορές ο γονιός παρασύρεται από το συναίσθημα αλλά και από τη συνήθεια του παρελθόντος και προσπαθεί να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στη ζωή του παιδιού του. Πολλοί γονείς νιώθουν έκπληξη ή και στεναχώρια και πικρία που τα ενήλικα παιδιά δεν ακολουθούν τις αρχές και τις αξίες με τις οποίες τα έχουν μεγαλώσει. Οι γονείς μπορεί να νιώθουν παραγκωνισμένοι, ασήμαντοι ή και αποτυχημένοι, όταν πλέον χάνουν τον ρόλο φροντίδας και διαπαιδαγώγησης του παιδιού τους. Χρειάζεται όμως ωριμότητα και από την πλευρά των γονιών να καταλάβουν ότι η φροντίδα τους μετατρέπεται σε έλεγχο, αλλά και τον βαθμό που γίνονται παρεμβατικοί. Ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση για έναν γονιό είναι να αποδεχτεί ότι η δουλειά του δεν είναι να δημιουργήσει ένα παιδί που θα τον χρειάζεται για πάντα, αλλά έναν ενήλικα που θα μπορεί να σταθεί στα πόδια του. Και η πιο ώριμη μορφή γονεϊκής αγάπης είναι, τελικά, να μπορείς να αφήσεις χώρο χωρίς να αποσύρεις την αγάπη σου ή να την παρέχεις υπό όρους. Ο γονιός έχει δώσει τα κατάλληλα εφόδια και τώρα εξαρτάται από το ίδιο το παιδί να τα χρησιμοποιήσει…
Υπάρχουν οικογένειες όπου η αγάπη υπάρχει, αλλά μαζί της συνυπάρχουν ενοχές, προσδοκίες, έλεγχος ή σιωπές. Πότε η φροντίδα ενός γονιού παύει να είναι φροντίδα και γίνεται βάρος για το παιδί;
Ε.Π.: Η φροντίδα παύει να είναι φροντίδα όταν, πίσω από αυτήν, υπάρχει η απαίτηση το παιδί να ανταποδώσει, να υπακούσει ή να γίνει αυτό που ο γονιός χρειάζεται. Η πραγματική φροντίδα αφήνει χώρο, ελευθερία έκφρασης και κινήσεων και τη δυνατότητα επιλογής. Ο έλεγχος, αντίθετα, χρειάζεται να έχει επεμβατικό ρόλο στην ενήλικη ζωή του άλλου. Μπορεί ένας γονιός να έχει καλές προθέσεις, αλλά αν το παιδί αισθάνεται ότι πρέπει διαρκώς να αποδεικνύει την αγάπη, την ευγνωμοσύνη ή την αφοσίωσή του, τότε η φροντίδα έχει αρχίσει να γίνεται βάρος. Ιδιαίτερα όταν συνοδεύεται από ενοχές, με λόγια όπως: «μετά από όλα όσα έχω κάνει για σένα», «θα με στενοχωρήσεις», «δεν με υπολογίζεις». Εκεί η αγάπη παύει να βιώνεται ως ελεύθερη σχέση και αρχίζει να μοιάζει με χρέος.
Υπάρχει επίσης μια πιο σιωπηλή μορφή βάρους: όταν το παιδί αισθάνεται ότι πρέπει να προστατεύει τον γονιό από τη μοναξιά, τη στενοχώρια ή τις δικές του συναισθηματικές δυσκολίες. Αυτό μπορεί να συμβεί χωρίς κακή πρόθεση. Όμως ένα παιδί, ακόμη κι όταν ενηλικιωθεί, δεν είναι υπεύθυνο για τη συναισθηματική ισορροπία του γονιού του, ούτε μπορεί να αντικαταστήσει τις ενήλικες σχέσεις του. Η υπερβολή στη φροντίδα γίνεται βάρος και πνίγει τις σχέσεις. Και νομίζω ότι εδώ χρειάζεται μια σημαντική διευκρίνιση: το να βάλει ένας ενήλικας όρια στους γονείς του δεν σημαίνει ότι δεν τους αγαπά. Μπορεί να σημαίνει ακριβώς το αντίθετο: ότι προσπαθεί να βρει έναν πιο υγιή τρόπο να υπάρχει μέσα στη σχέση.
Ν.Κ.: Η ώριμη φροντίδα συνδέεται με το νοιάξιμο σε όλα τα επίπεδα. Η ελεγκτική φροντίδα βάζει προϋποθέσεις, δηλαδή: «Θα σε νοιάζομαι, όσο κάνεις αυτό που θέλω εγώ». Η διαφορά είναι τεράστια. Γιατί στην πρώτη περίπτωση ο γονιός προσφέρει στήριξη· στη δεύτερη ζητά, συχνά ασυνείδητα, να διατηρήσει τον ρόλο του ανθρώπου που τον έχουν ανάγκη οι άλλοι και υποβόσκει εγωισμός. Τελικά, ίσως το πιο δύσκολο μάθημα για έναν γονιό είναι ότι μπορεί να αγαπά βαθιά το παιδί του χωρίς να χρειάζεται να καθορίζει τη ζωή του. Η αγάπη δεν χρειάζεται να καταργεί την ελευθερία για να αποδειχθεί. Η φροντίδα δεν θα πρέπει να γίνει ανάγκη, υποχρέωση, αγγαρεία ή αυτοθυσία.
Μιλάτε για “σιωπηλές συμμαχίες” και άγραφους οικογενειακούς νόμους. Πόσο συχνά μια γυναίκα καλείται μέσα στην οικογένεια να γίνει αυτή που θα κρατήσει τις ισορροπίες, θα φροντίσει τους άλλους και θα απορροφήσει τις εντάσεις – και τι κόστος μπορεί να έχει αυτό για την ίδια;
Ν.Κ.: Αρκετά συχνά. Σε πολλές οικογένειες, και ιδιαίτερα μέσα από παραδοσιακούς ρόλους, η γυναίκα μαθαίνει από πολύ νωρίς ότι ένα μέρος της αξίας της συνδέεται με το πόσο καλά φροντίζει τους άλλους, πόσο εύκολα αντιλαμβάνεται τις ανάγκες τους και πόσο αποτελεσματικά αποφεύγει τις συγκρούσεις. Γίνεται εκείνη που «καταλαβαίνει», που θα μεσολαβήσει, θα ηρεμήσει τα πράγματα, θα κρατήσει τις ισορροπίες. Το δύσκολο είναι ότι αυτό συχνά δεν της ανατίθεται ποτέ ρητά. Γίνεται ένας άγραφος οικογενειακός ρόλος. Μπορεί να μάθει, για παράδειγμα, να μη λέει κάτι που θα στενοχωρήσει τη μητέρα της, να προστατεύει τον πατέρα της από μια δύσκολη συζήτηση ή, αργότερα, να αισθάνεται ότι είναι δική της ευθύνη να κρατά όλους τους ανθρώπους ενωμένους. Κάποια στιγμή, όμως, μπορεί να μην ξέρει πια πού τελειώνει η αγάπη και πού αρχίζει η υποχρέωση.
Το κόστος, λοιπόν, μπορεί να είναι μεγάλο. Μια γυναίκα που έχει μάθει να φροντίζει συνεχώς τους άλλους μπορεί να δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τις δικές της ανάγκες, να νιώθει ενοχές όταν λέει «όχι» ή να θεωρεί ότι μια σύγκρουση σημαίνει πως απέτυχε. Μπορεί να εξαντλείται, να καταπιέζει τον θυμό ή τη λύπη της και να αναζητά στις σχέσεις της ανθρώπους που χρειάζονται διαρκώς τη δική της φροντίδα. Και υπάρχει κάτι ακόμη πιο βαθύ: όταν έχει μάθει να είναι ο άνθρωπος που «κρατάει» τους άλλους, μπορεί να αισθανθεί ότι δεν έχει το δικαίωμα να καταρρεύσει, να ζητήσει βοήθεια ή απλώς να μην είναι διαθέσιμη. Σαν να πρέπει πάντα να είναι η δυνατή.
Ε.Π.: Η έξοδος από αυτόν τον ρόλο δεν σημαίνει ότι μια γυναίκα γίνεται αδιάφορη ή εγωίστρια. Σημαίνει ότι αναγνωρίζει πως η αγάπη δεν απαιτεί εγκατάλειψη ή παραμέληση του εαυτού. Δεν είναι δική της δουλειά να απορροφά κάθε ένταση της οικογένειας, ούτε να διατηρεί πάση θυσία μια ισορροπία που ίσως έχει χτιστεί πάνω στη δική της σιωπή. Ίσως, τελικά, η πιο δύσκολη και πιο απελευθερωτική φράση για μια γυναίκα που έχει μάθει να φροντίζει τους πάντες να είναι: «Δεν χρειάζεται να τα κρατάω όλα εγώ». Από εκεί μπορεί να αρχίσει μια διαφορετική σχέση τόσο με την οικογένειά της όσο και με τον ίδιο της τον εαυτό.
Η σχέση γονιού και παιδιού δεν τελειώνει με την ενηλικίωση. Τι γίνεται όταν τα παιδιά μεγαλώνουν, αλλά οι γονείς δυσκολεύονται να μεγαλώσουν μαζί τους; Μπορεί μια σχέση που έχει πληγωθεί για χρόνια να ξαναχτιστεί, ακόμη και όταν και οι δύο πλευρές είναι πλέον ενήλικες;
Ε.Π.: Η ενηλικίωση του παιδιού είναι στην πραγματικότητα μια δεύτερη μεγάλη μετάβαση και για τον γονιό. Γιατί καλείται να αποδεχτεί ότι ο άνθρωπος που κάποτε προστάτευε, καθοδηγούσε και αποφάσιζε για εκείνον, τώρα έχει τη δική του ζωή, τις δικές του επιλογές και το δικαίωμα να διαφωνεί. Και αυτό δεν είναι πάντα εύκολο. Κάποιες φορές ο γονιός δυσκολεύεται να μεγαλώσει μαζί με το παιδί του, γιατί βιώνει την αυτονόμησή του σαν απώλεια. Αυτή η κατάσταση έχει περιγραφεί ως σύνδρομο άδειας φωλιάς. Οι γονείς πρέπει να στραφούν στις δικές τους σχέσεις, αλλά αντί αυτού εξακολουθούν να επεμβαίνουν στις ζωές των παιδιών ακόμη κι από απόσταση. Τα παιδιά έδιναν νόημα στη ζωή τους, οι γονείς είχαν επενδύσει εξ ολοκλήρου στην ανατροφή και το μεγάλωμα των παιδιών και τώρα αυτός ο ρόλος χάνεται. Μπορεί να επιμένει να δίνει συμβουλές που δεν του ζητούνται, να δυσκολεύεται να αποδεχτεί έναν σύντροφο ή έναν διαφορετικό τρόπο ζωής ή να αισθάνεται ότι, αν δεν έχει λόγο στις αποφάσεις του παιδιού, δεν έχει πλέον θέση στη ζωή του. Μπορεί να είναι προσκολλημένος στα δικά του τραύματα και να μην μπορεί να ωριμάσει, να μεγαλώσει… Εκεί χρειάζεται μια αλλαγή ρόλου: από το «ξέρω τι είναι καλό για σένα» στο «σε εμπιστεύομαι να αποφασίσεις για τη ζωή σου».
Ν.Κ.: Όσο για μια σχέση που έχει πληγωθεί για χρόνια, ναι, μπορεί να ξαναχτιστεί — αλλά χρειάζεται επιθυμία για σχέση και από τις δύο πλευρές και αρκετή προσπάθεια. Πολλές φορές δεν γίνεται η σχέση όπως θα θέλαμε, καθώς δεν μπορούμε να διαγράψουμε το παρελθόν, το οποίο πάντα θα υπάρχει εκεί και θα μας θυμίζει τι έχει προηγηθεί. Χρειάζεται χρόνος και προσπάθεια ώστε να αναγνωριστεί αυτό που συνέβη. Μια ειλικρινής συγγνώμη, όταν υπάρχει λόγος να δοθεί, μπορεί να είναι πολύ σημαντική, αλλά από μόνη της δεν αρκεί. Η αποκατάσταση της σχέσης χρειάζεται συνέπεια, χρόνο και κυρίως διαφορετικές συμπεριφορές. Και εδώ υπάρχει κάτι πολύ σημαντικό: ως ενήλικες, δεν χρειάζεται να περιμένουμε από τον άλλον να αλλάξει για να αρχίσουμε εμείς να βάζουμε διαφορετικά όρια. Μπορεί ένας γονιός να μην μπορέσει ποτέ να δώσει στο παιδί του όσα εκείνο θα ήθελε. Και μπορεί ένα παιδί να χρειαστεί να αποδεχτεί ότι η σχέση που θα έχει με τον γονιό του δεν θα γίνει ποτέ αυτή που ονειρεύτηκε.
Ε.Π.: Η επανόρθωση, λοιπόν, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι όλα γίνονται καλά και από τις δύο πλευρές. Μπορεί να σημαίνει ότι δύο άνθρωποι, που κάποτε είχαν μια σχέση γεμάτη πόνο, καταφέρνουν σήμερα να συναντηθούν με περισσότερη αλήθεια και λιγότερες απαιτήσεις. Μπορεί οι δύο άνθρωποι να βρουν πλέον τρόπος να συνυπάρχουν χωρίς να υπάρξει ποτέ αποκατάσταση της σχέσης, αλλά να μπορούν να αλληλεπιδρούν μέσα σε ένα νέο πλαίσιο. Κι αυτό ακριβώς, επειδή η ενηλικίωση δεν μας απαλλάσσει από την ιστορία μας. Μας δίνει, όμως, τη δυνατότητα να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε με αυτήν. Και μερικές φορές, η πιο ουσιαστική μορφή συμφιλίωσης δεν είναι να επιστρέψουμε στη σχέση που είχαμε, αλλά να συγχωρήσουμε για να προχωρήσουμε σε νέες βάσεις και πιο ώριμοι, δηλαδή αποφεύγοντας να επαναλάβουμε τα λάθη του παρελθόντος.
Σας ευχαριστώ πολύ για την τόσο όμορφη συζήτηση και τις σκέψεις που μοιραστήκατε μαζί μας.
