«Γιατί στο σχολείο είναι τόσο καλό και συνεργάσιμο, ενώ μόλις γυρίσει σπίτι γίνεται άλλος άνθρωπος;» Είναι μια απορία που έχουν πολλοί γονείς όταν βλέπουν το παιδί τους να συμπεριφέρεται ήρεμα με τη δασκάλα, τη γιαγιά ή άλλους ανθρώπους και να ξεσπά μόλις συναντήσει τη μαμά.
Κλάματα, γκρίνια, φωνές, έντονος εκνευρισμός, άρνηση ακόμη και για τα πιο απλά πράγματα. Μερικές φορές μάλιστα το ξέσπασμα μπορεί να ξεκινήσει για μια φαινομενικά ασήμαντη αφορμή.
Κι όμως, αυτή η συμπεριφορά δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το παιδί είναι πιο «δύσκολο» με τη μαμά ή ότι εκείνη κάνει κάτι λάθος.
Γιατί τα παιδιά ξεσπούν περισσότερο στους γονείς;
Ένας από τους σημαντικότερους λόγους είναι η ασφάλεια.
Κατά τη διάρκεια της ημέρας ένα παιδί χρειάζεται να προσαρμοστεί σε κανόνες, να συνεργαστεί, να περιμένει τη σειρά του, να διαχειριστεί απογοητεύσεις και να συγκρατήσει συναισθήματα.
Στο σχολείο μπορεί να προσπαθεί για ώρες να ανταποκριθεί σε όλα αυτά.
Όταν όμως επιστρέφει στο σπίτι και βρίσκεται ξανά με τον άνθρωπο στον οποίο νιώθει μεγαλύτερη ασφάλεια, μπορεί να «αφήσει κάτω» όλη την ένταση που κουβαλούσε.
Και τότε έρχονται τα νεύρα, το κλάμα και οι αντιδράσεις.
Δεν είναι απαραίτητα ένδειξη απόρριψης. Μπορεί να είναι ακριβώς το αντίθετο: ένδειξη ότι το παιδί αισθάνεται ασφαλές.
Η μαμά μπορεί να λειτουργεί ως «ασφαλές λιμάνι»
Τα μικρά παιδιά δεν έχουν ακόμη αναπτύξει πλήρως την ικανότητα να διαχειρίζονται μόνα τους τα έντονα συναισθήματά τους.
Η κούραση, η πείνα, η απογοήτευση, η ζήλια ή η υπερένταση μπορεί να συσσωρεύονται μέσα στην ημέρα.
Έτσι, ένα παιδί μπορεί να κρατηθεί όλη μέρα και να ξεσπάσει μόλις βρεθεί στο σπίτι.
Αυτός είναι και ο λόγος που ένας γονιός μπορεί να ακούσει από τη δασκάλα:
«Σήμερα ήταν εξαιρετικός!»
και λίγες ώρες αργότερα να αναρωτιέται:
«Τι έπαθε το παιδί μου;»
Πιθανότατα δεν «έπαθε» κάτι. Απλώς στο σπίτι αισθάνεται ότι μπορεί να αφήσει τα συναισθήματά του να βγουν στην επιφάνεια.
Γιατί η ώρα μετά το σχολείο είναι τόσο δύσκολη;
Η επιστροφή στο σπίτι είναι συχνά μια ώρα κατά την οποία τα παιδιά έχουν ήδη εξαντλήσει μεγάλο μέρος των αποθεμάτων τους.
Έχουν κουραστεί, μπορεί να πεινούν και έχουν δεχτεί πολλά ερεθίσματα.
Γι’ αυτό ένα απλό:
«Τώρα πρέπει να κάνουμε μπάνιο»
ή
«Ώρα να σταματήσεις το παιχνίδι»
μπορεί να προκαλέσει μια αντίδραση δυσανάλογη με την αφορμή.
Το παιδί δεν αντιδρά απαραίτητα μόνο σε αυτό που του είπαμε εκείνη τη στιγμή. Μπορεί να κουβαλά μαζί του όλη την ένταση της ημέρας.
Τι μπορεί να κάνει ο γονιός;
Το πρώτο βήμα είναι να μην πάρει προσωπικά το ξέσπασμα.
Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι πρέπει να επιτρέπονται τα πάντα.
Μπορούμε να αναγνωρίσουμε το συναίσθημα του παιδιού και ταυτόχρονα να κρατήσουμε σταθερά τα όρια.
Για παράδειγμα:
«Βλέπω ότι είσαι πολύ θυμωμένος. Μπορείς να θυμώνεις, αλλά δεν μπορείς να με χτυπάς».
Έτσι το παιδί μαθαίνει κάτι πολύ σημαντικό: όλα τα συναισθήματα είναι αποδεκτά, αλλά δεν είναι αποδεκτές όλες οι συμπεριφορές.
Μην προσπαθείτε να λύσετε το πρόβλημα την ώρα του ξεσπάσματος
Όταν το παιδί βρίσκεται σε έντονη συναισθηματική φόρτιση, μια μεγάλη συζήτηση συνήθως δεν βοηθά.
Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για:
«Πόσες φορές θα σου το πω;»
ή
«Γιατί συμπεριφέρεσαι έτσι;»
Χρειάζεται πρώτα να ηρεμήσει.
Μια ήρεμη φωνή, λίγα λόγια, σταθερή παρουσία και μια αγκαλιά, εφόσον την επιθυμεί, μπορεί να είναι πολύ πιο αποτελεσματικά.
Η συζήτηση μπορεί να γίνει αργότερα, όταν το παιδί έχει επανέλθει.
Μήπως απλώς δοκιμάζει τα όρια;
Τα παιδιά πράγματι δοκιμάζουν τα όρια των γονιών τους. Αυτό είναι μέρος της ανάπτυξής τους.
Ωστόσο, δεν πρέπει να θεωρούμε κάθε ξέσπασμα χειριστική συμπεριφορά.
Ιδιαίτερα στις μικρές ηλικίες, το παιδί μπορεί απλώς να μην έχει ακόμη τα εργαλεία για να εκφράσει διαφορετικά αυτό που αισθάνεται.
Γι’ αυτό χρειάζεται ένας συνδυασμός από κατανόηση και σταθερότητα.
Η μαμά μπορεί να πει:
«Καταλαβαίνω ότι δεν θέλεις να φύγεις από την παιδική χαρά. Θα φύγουμε όμως τώρα».
Το συναίσθημα αναγνωρίζεται, αλλά το όριο παραμένει.
Πότε χρειάζεται περισσότερη προσοχή;
Το γεγονός ότι ένα παιδί ξεσπά περισσότερο στη μαμά δεν αποτελεί από μόνο του λόγο ανησυχίας.
Οι γονείς, όμως, καλό είναι να ζητήσουν τη συμβουλή ειδικού όταν τα ξεσπάσματα είναι εξαιρετικά συχνά ή έντονα, υπάρχει συστηματική επιθετικότητα ή η συμπεριφορά επηρεάζει σημαντικά την καθημερινότητα, τις σχέσεις ή τη λειτουργία του παιδιού στο σπίτι και στο σχολείο.
Μερικές φορές το «μαμά, σε μισώ» σημαίνει κάτι εντελώς διαφορετικό
Είναι δύσκολο να ακούει ένας γονιός το παιδί του να φωνάζει:
«Δεν σε θέλω!»
Ειδικά όταν λίγο νωρίτερα ήταν ήρεμο και συνεργάσιμο με όλους τους άλλους.
Όμως πίσω από ένα τέτοιο ξέσπασμα μπορεί να μην κρύβεται απόρριψη.
Μπορεί να κρύβεται η ανάγκη του παιδιού να αποφορτιστεί, να το βοηθήσει κάποιος να διαχειριστεί όσα αισθάνεται και να νιώσει ξανά ασφαλές.
Το παιδί δεν χρειάζεται μια μαμά που δεν θα θυμώσει ποτέ ή δεν θα βάλει όρια. Χρειάζεται μια μαμά που μπορεί να αντέξει το συναίσθημά του, χωρίς να χάσει τη σταθερότητά της.
Και κάποιες φορές, πίσω από το «μαμά, δεν σε θέλω!» μπορεί να κρύβεται ένα πολύ διαφορετικό μήνυμα:
«Μαζί σου μπορώ να αφήσω κάτω όσα κρατούσα όλη μέρα».
