Γράμμα στη (μελλοντικά) ενήλικη κόρη μου, με αφορμή την Ελένη Τοπαλούδη

Γράφει ο Μαρίνος Νομικός

Κοιτάζω τη μικρή – τι μικρή δηλαδή εννιά χρονών ήδη – καθώς προσπαθεί να σκιτσάρει τη λέξη που πρέπει να βρω. Κάτι δεν της αρέσει, σβήνει, σκέφτεται, σκιτσάρει ξανά, με κοιτά με την άκρη του ματιού της που την κοιτάω και στο πρόσωπό της σχηματίζεται εκείνο το ντροπαλό χαμόγελο που λιώνει και το πιο σκληρό πέτρωμα σαν πυρακτωμένο μάγμα.

Μέχρι τη στιγμή που κράτησα στην αγκαλιά μου εκείνη τη φασκιωμένη, κατακόκκινη, κάμπια που ξεσήκωνε τον κόσμο με το κλάμα της ήδη από τα πρώτα λεπτά της ζωής της, δεν είχα την παραμικρή γαμημένη ιδέα ότι θα μπορούσα να αγαπήσω τόσο πολύ ένα πλάσμα – ούτε φυσικά για τον βαθύ, ύπουλο τρόμο που φωλιάζει μέσα σου και σε συντροφεύει για όλη την υπόλοιπη ζωή σου: τον τρόμο μη τυχόν και πάθει το παραμικρό και σταθείς ανίκανος να την προστατεύσεις.

Την κοιτάζω καθώς προσπαθεί τρίτη φορά με το γνώριμο πλέον Νομικίσιο πείσμα της να σκιτσάρει -λαγός είναι αυτό;- και σκέφτομαι όλα αυτά που θέλω να της πω για το μέλλον της αλλά διστάζω. Η αλήθεια είναι πως της ανοίγω τέτοιες κουβέντες από τότε που άρχισε να καταλαβαίνει αλλά ήταν πάντα τύπου “χαλόου είμαι πέντε, άστα αυτά και έλα να τραγουδήσουμε για 75η φορά το “Και ξεχνώ” απ’ το Frozen””.

Θέλω τόσα να της πω που ξέρω ότι δεν είναι για την ηλικία της αλλά πιστεύω πως είναι ζωτικής σημασίας να τα γνωρίζει πριν βγει μόνη της σε μια κοινωνία όπου καθημερινά θα πρέπει να αποδεικνύει ότι δεν είναι ελέφαντας. Μια μέρα, πρέπει να ήταν τριών ή τεσσάρων, καθόμασταν μαζί και χρωμάτιζε διάφορες εικόνες. Το βάψιμο ήταν ανέμελο, τσαπατσούλικο και με χρώματα που δεν ταίριαζαν (πχ πράσινος ήλιος, κίτρινη θάλασσα κλπ). Επίσης έβγαινε έξω από τις γραμμές κάτι που της το επισήμανα.

Τις επόμενες μέρες πρόσεξα δύο πράγματα: Ότι κατέβαλε προσπάθεια να χρωματίζει πιο συμμαζεμένα και “μέσα στις γραμμές” αλλά και ότι το ενδιαφέρον της για τη ζωγραφική μειωνόταν σταδιακά. Και τότε συνειδητοποίησα το λάθος μου. Της είπα αμέσως ότι δεν είναι απαραίτητο να χρωματίζει μέσα στις γραμμές κι ότι προέχει η διασκέδαση. Θέλει να μουντζουρώσει, να κάνει ανθρώπους με τρία μάτια ή τον ήλιο πράσινο, να το κάνει. Αρκεί να έχει, ξέρετε.. πλάκα. Να τη γεμίζει και να τη διασκεδάζει αλλιώς ποιο είναι το αναθεματισμένο νόημα; Οι γραμμές είναι εκεί για καθοδήγηση μεν αλλά δεν είναι θέσφατο (εντάξει δεν της το είπα ακριβώς έτσι αλλά καταβαίνετε) – μπορεί να βγει έξω απ’ αυτές χωρίς να γκρεμιστεί ο κόσμος. “Κι αυτό” της είπα “να το εφαρμόζεις γενικά στη ζωή σου”.

Αυτό ήθελα να της πω και τώρα. Να ζήσει τη ζωή της όπως θέλει εκείνη χωρίς να λαμβάνει υπόψη κοινωνικές προσταγές, στεγανά, ξεπερασμένες αντιλήψεις, αναχρονιστικά ήθη, σεξιστικά στερεότυπα και -κυρίως- τι θα πουν και πως θα αντιδράσουν οι άλλοι. Ότι μπορεί να κάνει ό,τι θέλει σεβόμενη πάντα το διαφορετικό αλλά χωρίς να περιορίζονται οι προσωπικές της ελευθερίες. Και να υπερασπίζεται τη μειοψηφία, το ασυνήθιστο, το ευάλωτο, το αδύναμο και το καταπιεσμένο ακόμα κι αν διατρέξει κίνδυνο η ίδια. Γιατί πάντα θα υπάρχει κάποιος πιο αδύναμος από μας που θα χρειάζεται βοήθεια.

Ότι μπορεί να είναι αδύνατη, κανονική, παχουλή, τροφαντή, υπέρβαρη, με καμπύλες, με πιασίματα, με αναλογίες μοντέλου (αρκεί φυσικά να μην κινδυνεύει η υγεία της) να έχει κίτρινο, πράσινο, φούξια ή και καθόλου μαλλί, να κάνει τατουάζ, piercing και να βγαίνει με μπικίνι στην παραλία είτε έχει το κορμί της Bar Rafaeli είτε της Chrissy Metz του “This is Us” αδιαφορώντας για τον κάθε μαλάκα που νομίζει πως η (όποια) αισθητική του είναι το πολυτιμότερο δώρο στην ανθρωπότητα μετά τον ηλεκτρισμό.

Ότι μπορεί να σπουδάσει οτιδήποτε, να ακολουθήσει όποιο επάγγελμα αγαπήσει και να μην λάβει υπόψη ποτέ και κανέναν που θα της πει ότι δεν μπορεί να κάνει κάτι επειδή είναι γυναίκα – ακόμα κι αν ισχύσει αυτό κανείς δεν έχει το δικαίωμα να της στερήσει την προσπάθεια. Μπορεί επίσης να αποτύχει, είναι φυσιολογικό, ανθρώπινο και εποικοδομητικό.

Ότι μπορεί να φοράει ό,τι θέλει, δεν θα κριθεί ως προσωπικότητα από ένα κομμάτι υφάσματος, ούτε το “ήθος” της από το μήκος της φούστας. Μπορεί επίσης να διασκεδάζει όπου θέλει, να μεθύσει, να φλερτάρει να κάνει συναινετικό σεξ με όποιον ή όποια γουστάρει, να έχει όσους ερωτικούς συντρόφους επιθυμεί (όπως άλλωστε κι ένας άντρας). Και φυσικά να το κόψει όποτε θελήσει η ίδια και το “όχι” να σημαίνει “όχι”.

Γενικά να ζήσει τη ζωή της ως ελεύθερος άνθρωπος και όχι ως γυναίκα-υποχείριο που θα της επιβάλλουν κώδικες συμπεριφοράς γραμμένους από ανέραστους ηλικιωμένους άντρες πριν από χιλιάδες χρόνια.

Και η Ελένη Τοπαλούδη από το Διδυμότειχο ήταν ένας τέτοιος άνθρωπος. Νεαρή, ανέμελη, χαρούμενη, φοιτήτρια στη Ρόδο, έσφυζε από ζωντάνια και ζούσε τη ζωή της όπως επέβαλλαν τα 21 της χρόνια κι όχι κάποια κοινωνικά στεγανά. Και πλήρωσε το τίμημα. Δύο “άντρακλες” που δεν χώνεψαν το γεγονός ότι δεν τους έκατσε, τη γρονθοκόπησαν, τη βίασαν, τη χτύπησαν με ένα σίδερο στο κεφάλι και την πέταξαν αναίσθητη στη θάλασσα για να πεθάνει αργά και βασανιστικά. Γυμνή. Μόνη. Φοβισμένη. Ίσως ψελλίζοντας “μαμά” και “μπαμπά” με την τελευταία της ανάσα.

Βλέπω τη μικρή καθώς απορρίπτει ακόμα ένα σκίτσο και σκέφτομαι μήπως και πρέπει να της πω τα ακριβώς αντίθετα για την προστατεύσω.

Ότι πρέπει να ντύνεται σαν καλόγρια, να μην ξενυχτάει, διασκεδάζει ή να πίνει μη τυχόν και προκαλέσει κάποιο “γόνο καλής οικογενείας” να τη βιάσει και “καταστρέψει το λαμπρό μέλλον του για ένα τσουλάκι”. Να σπουδάσει κάτι που να αρμόζει στο φύλο της αλλά και τίποτα να μην κάνει δεν πειράζει, θα παντρευτεί και θα είναι βασίλισσα της κουζίνας της. Να δέχεται αδιαμαρτύρητα τα πειράγματα, τα σεξουαλικά υπονοούμενα και τις άσεμνες χειρονομίες “γιατί άλλες παρακαλάνε για τέτοια και χάρη της κάνουν που της δίνουν σημασία”. Να χαμογελάει στον κάθε ττόπουζο που θα την πέφτει με ευφάνταστες ατάκες τύπου “εν εμένα που ψάχνεις πουρέκκα μου;” ή να δείχνει εντυπωσιασμένη με κάθε dick pick που θα της στέλνουν στο messenger, για να μην της πουν “ποια νομίζεις ότι είσαι μωρή αγάμητη ψυχρή σκύλα;”.

Και φυσικά να πάει με έναν άντε το πολύ δύο άντρες πριν παντρευτεί κάποιον που οι γονείς του τον δίδαξαν ότι “οι περπατημένες γυναίκες δεν κάνουν για σπίτι”. Κι αν αυτό το κελεπούρι την κερατώνει, τη βρίζει και τη χτυπάει (όπως έκανε ο δικός του πατέρας άρα legit) να σκύβει το κεφάλι, να είναι υπάκουη και συνεργάσιμη γιατί ο τύπος διαθέτει και G3 χορηγημένο από το κράτος.

Ξέρω όμως ότι δεν πρόκειται να της πω τίποτα από όλα αυτά γιατί πρώτον ακόμα κι αν ζήσει τη ζωή που θα της επιβάλλουν οι άλλοι κανείς δεν της εγγυάται ότι θα επιβιώσει και δεύτερον, είναι πολύ πιο σημαντικό να ΜΗΝ περάσει ο φασισμός τους. Το χρωστάμε στην κάθε Ελένη που πλήρωσε και πληρώνει καθημερινά το τίμημα του να είσαι πέρα από γυναίκα, ένα ελεύθερος άνθρωπος που δεν χρωμάτιζε πάντα μέσα στις γραμμές.

Το σκίτσο ήταν τελικά ένα καβούρι. Εύκολο. Σε αντίθεση με σχεδόν όσα συναντήσει στην ενήλικη ζωή της.

[Πηγή: mikropragmata.lifo.gr – Πρώτη δημοσίευση avant-garde]