Η ώρα που το παιδί επιστρέφει από το σχολείο είναι μια πολύτιμη ευκαιρία για επικοινωνία. Μπορεί να είναι κουρασμένο, πεινασμένο ή να μη θέλει να μιλήσει αμέσως, όμως μια σωστή ερώτηση μπορεί να το βοηθήσει να μοιραστεί όσα έζησε μέσα στη μέρα.
Το κλασικό «Πώς πέρασες σήμερα στο σχολείο;» συχνά καταλήγει σε ένα εξίσου κλασικό «καλά» ή «τίποτα».
Αντί να ζητήσουμε από το παιδί να περιγράψει ολόκληρη τη μέρα του, μπορούμε να του κάνουμε πιο συγκεκριμένες και ανοιχτές ερωτήσεις. Έτσι, του δίνουμε έναν πιο εύκολο τρόπο να μιλήσει για όσα ένιωσε, σκέφτηκε ή έζησε.
Ο παιδοψυχολόγος και σύμβουλος γονέων Ιωάννης Γλωσσόπουλος προτείνει εναλλακτικές ερωτήσεις που μπορούν να βοηθήσουν τους γονείς να ανοίξουν μια ουσιαστική συζήτηση με το παιδί μετά το σχολείο.
«Τι παιχνίδι έπαιξες στο διάλειμμα;»
Το παιχνίδι αποτελεί σημαντικό κομμάτι της καθημερινότητας των παιδιών.
Μια τέτοια ερώτηση μπορεί να οδηγήσει φυσικά σε περισσότερες πληροφορίες: με ποια παιδιά έπαιξε, τι έκαναν, αν πέρασε καλά ή αν συνέβη κάτι που το ενόχλησε.
Δεν χρειάζεται να πιέσουμε το παιδί για περισσότερες απαντήσεις. Αρκεί να δείξουμε πραγματικό ενδιαφέρον και να το αφήσουμε να οδηγήσει εκείνο την κουβέντα.
«Πες μου κάτι που σε έκανε να γελάσεις σήμερα»
Αντί να ζητάμε από το παιδί να αξιολογήσει ολόκληρη τη σχολική του ημέρα, μπορούμε να το ρωτήσουμε για μία συγκεκριμένη στιγμή.
Ίσως θυμηθεί κάτι αστείο που είπε ένας συμμαθητής, ένα παιχνίδι στο διάλειμμα ή ένα περιστατικό μέσα στην τάξη.
Και συχνά, μια μικρή ιστορία είναι αρκετή για να φέρει στην επιφάνεια πολλές ακόμη.
«Ποιο ήταν το πιο βαρετό πράγμα που έκανες σήμερα;»
Η λέξη «βαρετό» μπορεί να κάνει την ερώτηση πιο εύκολη για ένα παιδί.
Δεν του ζητάμε να πει ότι όλα ήταν υπέροχα ούτε ότι πέρασε τέλεια. Του δίνουμε την ελευθερία να μιλήσει και για κάτι που δεν του άρεσε.
Μέσα από αυτή την απάντηση μπορεί να προκύψει μια συζήτηση για ένα μάθημα, μια συμπεριφορά συμμαθητή ή κάτι άλλο που το απασχόλησε.
«Αν βαθμολογούσες τη σημερινή σου μέρα από το 1 έως το 10, τι θα της έβαζες;»
Μια απλή βαθμολογία μπορεί να λειτουργήσει ως αφετηρία για συζήτηση.
Αν το παιδί απαντήσει «4», δεν χρειάζεται να ανησυχήσουμε αμέσως ή να αρχίσουμε τις ερωτήσεις.
Μπορούμε απλώς να συνεχίσουμε με:
«Τι θα έπρεπε να είχε συμβεί για να γίνει 8;»
Η απάντηση μπορεί να μας δείξει τι πραγματικά είχε σημασία για εκείνο μέσα στη μέρα.
«Αν μπορούσες να αλλάξεις ένα πράγμα από τη σημερινή μέρα, ποιο θα ήταν;»
Μερικές φορές η πιο σημαντική πληροφορία κρύβεται σε αυτό που το παιδί θα ήθελε να είχε γίνει διαφορετικά.
Μπορεί να αφορά ένα μάθημα, έναν καβγά, έναν φίλο, ένα παιχνίδι ή κάτι που το έκανε να αισθανθεί άσχημα.
Η ερώτηση δεν απαιτεί από το παιδί να αφηγηθεί ολόκληρη τη μέρα του. Του δίνει έναν συγκεκριμένο τρόπο για να μιλήσει για αυτό που θεωρεί σημαντικό.
«Σε σκεφτόμουν σήμερα»
Και κάποιες φορές δεν χρειάζεται να κάνουμε καν ερώτηση.
Μπορούμε απλώς να πούμε στο παιδί:
«Σε σκεφτόμουν σήμερα.»
Μια τόσο απλή φράση μπορεί να του δείξει ότι, ακόμη κι όταν δεν είστε μαζί, βρίσκεται στη σκέψη σας.
Η επικοινωνία με τα παιδιά δεν χρειάζεται πάντα να είναι μια σειρά ερωτήσεων. Μερικές φορές αρκεί να τους δείξουμε ότι είμαστε διαθέσιμοι να τα ακούσουμε, χωρίς πίεση και χωρίς να περιμένουμε συγκεκριμένη απάντηση.
Αν απαντήσει «τίποτα», μην πιέσεις
Το «τίποτα» δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το παιδί δεν θέλει να μιλήσει. Ίσως η ερώτηση είναι πολύ γενική ή ίσως χρειάζεται λίγο χρόνο μέχρι να χαλαρώσει μετά το σχολείο.
Αντί να επιμείνουμε με περισσότερες ερωτήσεις, μπορούμε να αλλάξουμε τον τρόπο που ξεκινάμε την κουβέντα.
Γιατί τελικά, ο στόχος δεν είναι να μάθουμε κάθε λεπτομέρεια της σχολικής ημέρας.
Είναι να ξέρει το παιδί ότι, όταν θέλει να μιλήσει, υπάρχει κάποιος που θα το ακούσει πραγματικά.
