“Η κόρη μου πέθανε από μια απολύτως αποτρέψιμη αιτία και αυτό θα με στοιχειώνει για πάντα”

Γράφει η μαμά Carri Funk:

“23 Οκτωβρίου 2007. Η ημέρα που η ζωή μας έγινε ένα απέραντο θολό τοπίο. Η ημέρα που η οικογένειά μας κλονίστηκε συθέμελα.

Ήταν αργά το απόγευμα. Ήμουν στη δουλειά. Ο άντρας μου κι εγώ εργαζόμασταν στην ίδια εταιρεία, στο ίδιο κτίριο. Θυμάμαι μια συνάδελφο να έρχεται τρέχοντας προς το μέρος μου, λέγοντάς μου πως κάτι έχει συμβεί στο σπίτι μου και πρέπει να φύγω αμέσως.

Στην αρχή δεν συνειδητοποίησα πόσο άσχημα ήταν τα πράγματα. Μπήκαμε στο αμάξι με τον άνδρα μου και οδηγούσαμε σαν τρελοί για το σπίτι -η διαδρομή έμοιαζε ατελείωτη. Όλη την ώρα προσευχόμασταν να είναι όλα εντάξει. Το μόνο που ξέραμε ήταν, ότι κάτι είχε συμβεί στην κόρη μας.

Όταν παρκάραμε η σκηνή έμοιαζε βγαλμένη από ταινία: Αστυνομία, πυροσβεστική, ασθενοφόρα -το ένα έφευγε την ώρα που κατέβαινα από το αμάξι. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το πώς άρχισα να τρέχω πίσω του τη στιγμή που έμαθα πως εκεί μέσα είναι η κόρη μου. Σταμάτησαν για εμένα, αλλά δεν με άφησαν να μπω. Δεν με άφησαν να πάω μαζί τους στο νοσοκομείο. Με άφησαν πίσω. Μπήκαμε στο σπίτι και βρήκαμε την μπέιμπι σίτερ (που είναι μέλος της οικογένειάς μας) και τον 4χρονο γιο μας σε κατάσταση υστερίας.

Όταν η νταντά ανέβηκε στο δωμάτιο της Μάντισον για να δει αν είχε ξυπνήσει από την απογευματινό της ύπνο, την βρήκε κάτω από τη συρταριέρα. Το μόνο που μπορούμε να φανταστούμε είναι, ότι η κόρη μου προσπαθούσε να φτάσει το ποτήρι με τον χυμό που βρισκόταν πάνω της. Η νταντά σαν τρελή μετακίνησε τη συρταριέρα από το σώμα της κόρης μας, το πρόσωπό της ήταν μπλε αλλά ανέκτησε γρήγορα το χρώμα του, όταν η συρταριέρα μετακινήθηκε. Πίστεψε ότι υπάρχει ελπίδα… Ξεκίνησε να εφαρμόζει CPR, ενώ κάλεσε ασθενοφόρο. Αυτό που βίωσε εκείνη την ημέρα και αυτό που είδε, άλλαξε τη ζωή της για πάντα.

Μπαίνοντας στο σπίτι, ο άντρας μου κι εγώ, συνειδητοποιήσαμε τη σοβαρότητα της κατάσατασης. Η αστυνομία άρχισε τις ερωτήσεις για τη Μάντισον: Ποια ΗΤΑΝ η ηλικία της, ποιο ΗΤΑΝ το πλήρες όνομά της… Έχασα την ψυχραιμία μου. Δεν ήξερα ακόμα τότε, ότι το παιδί μου είναι νεκρό, οπότε ρώτησα τι εννοούν με το ΗΤΑΝ. Το όνομά της ΕΙΝΑΙ Μάντισαν Ντάλεϋ Φανκ!

Ο άντρας μου κι εγώ φτάσαμε τελικά στο νοσοκομείο με το περιπολικό. Σαν εγκληματίες. Τηλεφωνούσαμε σε συγγενείς και φίλους σε όλη τη διαδρομή, ανθρώπους που ξέραμε ότι θα προσεύχονταν για εμάς, ανθρώπους με θετική ενέργεια και πίστη. Κλαίγοντας λέγαμε ‘Ας μην είναι νεκρό το παιδί μας…’

Όταν πλέον φτάσαμε στο νοσοκομείο καταλάβαμε. Το προσωπικό ήταν τοποθετημένο μεθοδικά στον διάδρομο. Μην συνόδευσαν σε ένα μικρό δωμάτιο έξω από την εντατική. Φτάνοντας εκεί είδαμε φίλους που είχαν φτάσει πριν από εμάς. Η γιατρός που μπήκε μας έβαλε να καθίσουμε, κάθισε και εκείνη δίπλα μας και μας είπε καθαρά: ‘Κύριε και Κυρία Φανκ, η κόρη σας πέθανε. Κάναμε ό,τι μπορούσαμε για εκείνη. Την ετοιμάζουμε τώρα για να μπορέσετε να τη δείτε. Θα έρθουμε και θα σας πάρουμε όταν θα είναι έτοιμη.’

Θολούρα. Αυτό ένιωσα. Πώς μπορεί να συμβαίνει αυτό; Όχι, όχι σε εμάς. Είμαστε καλοί γονείς, καλοί άνθρωποι. Δεν συμβαίνουν τέτοια πράγματα στους καλούς γονείς, σωστά; Λάθος.

Είχα δει μόνο έναν ακόμα νεκρό μέχρι τώρα στη ζωή μου και να τώρα που κρατούσα το χέρι της νεκρής κόρης μου. Δεν ήθελα να την αφήσω. Δεν έδειχνε πληγωμένη. Δεν φαινόταν κάποια πληγή ή τραύμα. Πέθανε από ασφυξία. Πέθανε ακαριαία, μας είπαν. Δεν υπέφερε, μας είπαν. Εμείς, όμως, θα υποφέραμε από εκείνη τη στιγμή και μετά…

Λίγο αργότερα, μας χώρισαν, τον άντρα μου κι εμένα, και άρχισαν να μας ρωτούν δύο διαφορετικοί ντεντέκτιβ για τον θάνατο του παιδιού. Αυτό ήταν το πρωτόκολλο, αλλά τη στιγμή εκείνη μας έκανε να νιώσουμε χάλια…

Την ίδια ώρα ντεντέκτιβ βρίσκονταν στο σπίτι μας -φανταστείτε πώς ένιωσαν τα παιδιά μας παρακολουθώντας τους να σηκώνουν τη συρταριέρα και να την αφήνουν να ξαναπέσει, επαναλαμβανόμενα, για να αποφασίσουν αν ήταν η πτώση αυτή που την σκότωσε και αν θα μπορούσε να το έχει ακούσει κάποιος, από τον κάτω όροφο. Για την ιστορία, το σώμα της κόρης μας δέχθηκε όλο τον κραδασμό από την πτώση της συρταριέρας και γι’αυτό δεν ακούστηκε θόρυβος. Μας εξέτασαν ξανά και ξανά από την αστυνομία της Βιρτζίνια. Απίστευτα επίπονη διαδικασία…

Το ίδιο απόγευμα που επιστρέψαμε στο σπίτι, θυμάμαι, ότι το πιο δύσκολο ήταν να πούμε στον 11χρονο και τον 4χρονο γιο μας, ότι η μικρή τους αδερφούλα είχε πεθάνει. Ήταν στον Παράδεισο τώρα. Οι επόμενοι μήνες ήταν εξαιρετικά δύσκολοι, καθώς προσπαθούμε να διαχειριστούμε το πένθος τους -μα και το δικό μας…

Το βράδυ μας κάλεσαν από το Δίκτυο Δωρητών Οργάνων, να μας ρωτήσουν αν είχαμε πρόθεση δώσουμε τα όργανα του παιδιού μας. Δεχθήκαμε χωρίς δεύτερη σκέψη -δεν σκεφτήκαμε ποτέ να κάνουμε πίσω. Αν μπορούσαμε να σώσουμε τη ζωή κάποιου άλλου παιδιού, θα το κάναμε αμέσως. Οι βαλβίδες της καρδιάς της, τελικά, τοποθετήθηκαν στις καρδιές δύο άλλων παιδιών. Πρόκειται για θαύμα και όλο αυτό μας έκανε να απαλύνουμε κάπως τπν πόνο μας…

Η Μάντισον ήταν δύο όταν πέθανε από μία εντελώς αποτρέψιμη αιτία. Από τότε αποφασίσαμε να ενημερώσουμε όσο το δυνατόν περισσότερους γονείς. Ζητήσαμε από μια βιοτεχνία και έφτιαξε ειδικούς ιμάντες που δένουν τα έπιπλα στον τοίχο και τους μοιράζουμε με κάθε ευκαιρία, ενώ φτιάξαμε και μια σελίδα, για να ενημερώνεται ο κόσμος για την ιστορία μας και τη σημασία της ασφάλειας των επίπλων, ώστε να μην κινδυνεύσει άλλο παιδί”.

Πηγή: scarymommy.com