“Η τιμή του αγώνα δεν εξαντλείται μ’ ένα στεφάνι, ούτε με μια παρέλαση”: Η άποψη μιας γυναίκας που ήταν εκεί

*στο παρκάκι της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών

Η ζωγράφος κ. Ειρήνη Βογιατζή ήταν μόλις 19,5 ετών τη νύχτα που το τανκ έριξε την πόρτα του Πολυτεχνείου, σπέρνοντας τη φρίκη και τον θάνατο. Σε μία ανάρτησή της στο Facebook, την οποία αναδημοσιεύουμε με την άδειά της, περιγράφει τις στιγμές εκείνες όπως τις βίωσε η ίδια που βρέθηκε εκεί, για να καταλήξει στην άποψή της αναφορικά με τη φετινή διαφορετική επέτειο.

Γνώμη μας είναι, ότι η άποψη των ανθρώπων που μεσολάβησαν στην ελευθερία του τόπου, αναφορικά με το ζήτημα αυτό που έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις, από το στρατιωτικό καθεστώς βαραίνει περισσότερο από κάθε άλλη:

“…Παρακολουθούσα τους μεγαλύτερους με το στόμα ανοιχτό. Στις συνελεύσεις με τους εργάτες, οι φλέβες στο λαιμό τους πετάγονταν. Τα μάτια τους ήταν κόκκινα απ’ την αϋπνία. Λίγο πρίν φύγω το βράδυ, πήγαινα σε μιά γωνιά κι έγραφα σ΄ενα χαρτί μ’ ενα πινέλο, «ΚΑΤΩ Η ΧΟΥΝΤΑ», το ΄παιρνα μαζί μου και το πετούσα τυχαία στο δρόμο.

Την Παρασκευή 16/11/1973 σα σήμερα, δεν πήγα στην Τράπεζα. Είχα υποσχεθεί να μπω απ’ το πρωϊ να βοηθήσω. Το μεσημέρι κάποιος φώναξε: «ή μέσα ή έξω». Διάλεξα να μείνω. Μου έδωσαν να κρατάω σφιχτά έναν καθρέφτη στο παράθυρο για να εμποδίζω τη λήψη φωτογραφιών από τα συνεργεία της Ασφάλειας που είχαν εγκατασταθεί στα γύρω κτίρια.

Τα ξημερώματα του Σαββάτου 17/11 κοντά στις τρείς, ένα απ΄τα τρία ΑΜΧ 30, έπεσε πάνω στην κεντρική πύλη του Πολυτεχνείου. Έγινε πανδαιμόνιο. Χαθήκαμε με τους δικούς μου. Μάζεψα τα μαλλιά μου μέσα στο γιακά του παλτού μου, σήκωσα τα χέρια μου όσο ψηλότερα μπορούσα και βγήκα γρήγορα μαζί με άγνωστους προς τη Στουρνάρα. Ριπές πυροβόλων ακούγονταν από παντού και σειρήνες απ’ τα τάνκς. Οι σόλες μου κόλλαγαν στην άσφαλτο και στις πλάκες για πολλή ώρα. Πάτησα μέσα σ’ εκείνη τη μικρή κόκκινη λιμνούλα, απρόσεχτη καθώς έβγαινα;; Κοίταζα μόνο μπροστά και περπατούσα γρήγορα. Αν ακουμπούσες πάνω μου ένα σίδερο πυρωμένο τίποτε δε θα καταλάβαινα.

Έφτασα στο σπίτι μου με τα πόδια, Ομόνοια – Μακρυγιάννη, απ’ τους παράδρομους. Κόντευε να φέξει. Όταν μπήκα μέσα, κανείς δε μου είπε τίποτα. Δε με μάλωσε επειδή άργησα. Δε με ρώτησε πού γυρνούσα, αλλά κι εγώ ποτέ ξανά δεν θα ήμουν η ίδια…Ό,τι άλλο έζησα εκείνο το βράδυ, είναι δικό μου…

Οι τρείς μέρες του 1973 δεν θα πάνε χαμένες κι όπως λέει ένα τρελόπαιδο φιλαράκι μου “όταν έρθει εκείνη η ώρα, όσα Πολυτεχνεία χρειαστεί να γίνουν, θα γίνουν.” Είμαι αισιόδοξη και το πιστεύω. Τώρα ανήκω στις ευπαθείς ομάδες. Ελεύθερη κι ανένταχτη πάντα. Η τιμή του αγώνα δεν εξαντλείται μ’ ένα στεφάνι, ούτε με μιά παρέλαση, ούτε με μιά διαδήλωση. Το Πολυτεχνείο είναι ιδέα και σαν τέτοια πρέπει να τη φυλάξουμε μέσα μας όλοι οι δημοκράτες. Σήμερα, πρωτεύουν οι ανθρώπινες ζωές κι η Υγεία. Για τ΄άλλα, θα’χουμε καιρό...”