Οι περισσότεροι γονείς γνωρίζουν ότι η κατανάλωση αλκοόλ στην εφηβεία μπορεί να επηρεάσει τον εγκέφαλο, τη συμπεριφορά και την κρίση των παιδιών. Λιγότερο γνωστό είναι ότι μπορεί να επηρεάσει και τον σκελετό, σε μια από τις πιο κρίσιμες φάσεις της ανάπτυξης.
Όπως εξηγεί ο διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών και εξειδικευμένος στις αρθροπλαστικές ισχίου και γόνατος, ορθοπαιδικός χειρουργός δρ Αθανάσιος Τσουτσάνης, η εφηβεία είναι η περίοδος κατά την οποία τα οστά αποκτούν τη μέγιστη αντοχή τους. Η κατανάλωση αλκοόλ μπορεί να διαταράξει αυτή τη διαδικασία και να αυξήσει τον κίνδυνο προβλημάτων ακόμη και πολλά χρόνια αργότερα.
1. Εμποδίζει τη σωστή ανάπτυξη των οστών
«Τα οστά είναι ζωντανοί ιστοί. Αναπτύσσονται γρήγορα μέχρι το τέλος της εφηβείας, φτάνοντας στη μέγιστη μάζα τους στην ηλικία των 20-25 ετών. Σε όλη τη διάρκεια της υπόλοιπης ζωής ανανεώνονται διαρκώς, για να διατηρείται η ανθεκτικότητά τους.
Ωστόσο, από την ηλικία περίπου των 50 ετών ή λίγο νωρίτερα η πυκνότητά τους αρχίζει να μειώνεται, επιφέροντας μια συνολική απώλεια κατά περίπου 40% μέχρι το 70ό έτος της ηλικίας. Καθώς ο σκελετός εξασθενεί λόγω γήρανσης, είναι αρκετά πιθανό να φτάσει σε σημείο όπου ακόμα και η πιο μικρή πίεση να προκαλέσει κάταγμα», εξηγεί ο δρ Τσουτσάνης.
Όπως επισημαίνει, η επίτευξη της μέγιστης οστικής μάζας στα πρώτα χρόνια της ενηλικίωσης αποτελεί σημαντική ασπίδα απέναντι στην οστεοπόρωση. Αν όμως στην εφηβεία υπάρχει συστηματική κατανάλωση αλκοόλ, η φυσιολογική αυτή διαδικασία μπορεί να διαταραχθεί.
2. Μειώνει τη δημιουργία νέου οστού
«Ενώ η γήρανση είναι μια αναπόφευκτη φυσική διαδικασία, υπάρχουν ορισμένες καθημερινές συνήθειες που καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την ταχύτητα με την οποία μειώνεται η οστική πυκνότητα. Η κατανάλωση αλκοόλ είναι μία από τις πιο καθοριστικές», αναφέρει ο δρ Τσουτσάνης.
Στους ενήλικες, το αλκοόλ μπλοκάρει τη δράση των οστεοβλαστών, δηλαδή των κυττάρων που δημιουργούν νέο οστικό ιστό. Έτσι διαταράσσεται η φυσιολογική ανανέωση του σκελετού.
3. Δυσκολεύει την απορρόφηση ασβεστίου
Η κατανάλωση αλκοόλ επηρεάζει την απορρόφηση του ασβεστίου, καθώς βλάπτει τον βλεννογόνο του εντέρου, αλλά και τον μεταβολισμό της βιταμίνης D, η οποία είναι απαραίτητη για την αξιοποίησή του από τον οργανισμό.
Παράλληλα, προκαλεί διατροφικές ελλείψεις σε πρωτεΐνες, μαγνήσιο και ψευδάργυρο, συστατικά απαραίτητα για τη δημιουργία κολλαγόνου και τη φυσιολογική αντοχή των οστών.
4. Διαταράσσει τις ορμόνες που προστατεύουν τον σκελετό
Το αλκοόλ επηρεάζει και τις ορμόνες που συμβάλλουν στη διατήρηση της οστικής υγείας. Μειώνει τα οιστρογόνα και την τεστοστερόνη, ενώ αυξάνει την κορτιζόλη και την παραθορμόνη, με αποτέλεσμα να επιβραδύνεται η ανανέωση των οστών και να απομακρύνεται ασβέστιο από τον σκελετό.
5. Αυξάνει τον κίνδυνο καταγμάτων
Η εξασθένηση των οστών δεν είναι ο μόνος κίνδυνος.
Το αλκοόλ επηρεάζει την ισορροπία και τον συντονισμό των κινήσεων, αυξάνοντας την πιθανότητα πτώσεων και τραυματισμών. Έτσι, ο κίνδυνος κατάγματος γίνεται ακόμη μεγαλύτερος.
6. Καθυστερεί την επούλωση μετά από κάταγμα
Σύμφωνα με τον δρ Τσουτσάνη, το αλκοόλ δυσκολεύει και την ανάρρωση μετά από έναν τραυματισμό ή μια χειρουργική επέμβαση.
Μειώνει τη δράση των οστεοβλαστών, διαταράσσει τη σύνθεση κολλαγόνου, επιβραδύνει την πώρωση των καταγμάτων και μπορεί να αυξήσει τον πόνο και τη φλεγμονή. Επιπλέον, αλληλεπιδρά αρνητικά με τα παυσίπονα και τα αντιφλεγμονώδη φάρμακα που χορηγούνται μετά από ένα κάταγμα ή μια αρθροπλαστική.
Οι επιπτώσεις μπορούν να αναστραφούν
Τα καλά νέα είναι ότι η διακοπή της κατανάλωσης αλκοόλ επιτρέπει στον οργανισμό να επαναφέρει σταδιακά σημαντικές λειτουργίες που σχετίζονται με την υγεία των οστών. Αποκαθίσταται η δράση των οστεοβλαστών, βελτιώνεται η απορρόφηση ασβεστίου και βιταμίνης D, επανέρχεται η ορμονική ισορροπία και ενισχύεται η αναγέννηση του οστικού ιστού.
«Υπάρχουν έρευνες που υποστηρίζουν ότι η ελαφρά ή μέτρια κατανάλωση αλκοόλ ενδεχομένως να βοηθά στην υγεία των οστών. Ωστόσο, τα συμπεράσματα δεν είναι οριστικά. Ακόμα δεν έχει προσδιοριστεί τι συνιστά ήπια ή μέτρια κατανάλωση, ενώ καμία από τις έρευνες δεν δίνει σαφή και οριστική απάντηση. Ασφαλέστερη επιλογή παραμένει η αποχή από το αλκοόλ ή η πολύ περιορισμένη κατανάλωσή του», καταλήγει ο δρ Αθανάσιος Τσουτσάνης.
