Οι Έλληνες εκπαιδευτικοί εξακολουθούν να βρίσκονται στις χαμηλότερες θέσεις της ευρωπαϊκής μισθολογικής κατάταξης, ενώ το εκπαιδευτικό προσωπικό της χώρας γερνά με ταχείς ρυθμούς. Τα στοιχεία του ΟΟΣΑ αποτυπώνουν τη μεγάλη απόσταση των ελληνικών αποδοχών από τους διεθνείς μέσους όρους, την ώρα που ένας στους τρεις εκπαιδευτικούς στην Ελλάδα είναι πλέον ηλικίας 55 ετών και άνω.
Την οικονομική πίεση που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι στη δημόσια εκπαίδευση ανέδειξε ο ταμίας της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας Ελλάδας (ΔΟΕ), Γιώργος Τρούλης, μιλώντας στην εκπομπή «Ώρα Αιχμής» της ΚΡΗΤΗ TV. Όπως ανέφερε, οι αρχικές αποδοχές των εκπαιδευτικών ξεκινούν από περίπου 850 ευρώ, ενώ ακόμη και έπειτα από δεκαετίες υπηρεσίας φτάνουν περίπου τα 1.500 ευρώ.
Η εικόνα αυτή συνδέεται με ένα ευρύτερο πρόβλημα: τη δυσκολία προσέλκυσης νέων εκπαιδευτικών, την οικονομική επιβάρυνση όσων εργάζονται μακριά από τον τόπο κατοικίας τους και την περιορισμένη ανανέωση του προσωπικού στα σχολεία.
Από 850 ευρώ στην αρχή της καριέρας έως 1.500 ευρώ μετά από δεκαετίες
Σύμφωνα με τον Γιώργο Τρούλη, οι αναπληρωτές εκπαιδευτικοί λαμβάνουν περίπου 850 έως 900 ευρώ τον μήνα, ενώ σε αντίστοιχα επίπεδα κινούνται και οι αρχικές αποδοχές των νεοδιοριζόμενων μόνιμων εκπαιδευτικών.
Για πολλούς εργαζομένους, τα χρήματα αυτά πρέπει να καλύψουν ενοίκιο, λογαριασμούς, διατροφή και μετακινήσεις. Η κατάσταση είναι ακόμη πιο δύσκολη για τους αναπληρωτές που τοποθετούνται σε διαφορετικές περιοχές από εκείνη στην οποία διαμένουν μόνιμα, καθώς συχνά χρειάζεται να πληρώνουν δεύτερο σπίτι ή να μετακινούνται καθημερινά.
Ιδιαίτερη συζήτηση προκαλεί και η εξέλιξη των αποδοχών κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας. Όπως υποστήριξε ο ταμίας της ΔΟΕ, ακόμη και μετά από 20 ή 30 χρόνια υπηρεσίας, ο μισθός ενός εκπαιδευτικού δεν ξεπερνά περίπου τα 1.500 ευρώ.
Για τους διευθυντές σχολικών μονάδων, οι αποδοχές μπορούν να φτάσουν περίπου τα 1.700 ευρώ, μαζί με το επίδομα θέσης ευθύνης, το οποίο αντιστοιχεί σε αυξημένες διοικητικές και οργανωτικές αρμοδιότητες.
Σχεδόν στο μισό του μέσου όρου του ΟΟΣΑ οι μισθοί
Τη μεγάλη απόσταση ανάμεσα στις ελληνικές αποδοχές και στους διεθνείς μέσους όρους αποτυπώνουν τα στοιχεία της έκθεσης του ΟΟΣΑ «Education at a Glance 2026».
Σύμφωνα με τα δεδομένα για το 2025, ο αρχικός θεσμοθετημένος μισθός δασκάλου δημοτικού ή νηπιαγωγού στην Ελλάδα διαμορφώνεται σε 25.267 δολάρια ΗΠΑ, σε ισοτιμίες αγοραστικής δύναμης. Ο αντίστοιχος μέσος όρος των χωρών του ΟΟΣΑ φτάνει τα 48.038 δολάρια.
Η απόκλιση παραμένει μεγάλη και μετά από χρόνια εργασίας:
- Μετά από 15 χρόνια υπηρεσίας: 32.883 δολάρια στην Ελλάδα, έναντι 64.349 δολαρίων στον ΟΟΣΑ.
- Στην κορυφή της μισθολογικής κλίμακας: 48.114 δολάρια στην Ελλάδα, έναντι 77.033 δολαρίων στον ΟΟΣΑ.
Αντίστοιχη εικόνα προκύπτει και από τις πραγματικές μέσες αποδοχές, στις οποίες συνυπολογίζονται τα επιδόματα. Για τους δασκάλους στην Ελλάδα ανέρχονται σε 33.607 δολάρια, όταν ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ φτάνει τα 62.942 δολάρια.
Για τους καθηγητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, τα αντίστοιχα ποσά διαμορφώνονται μεταξύ 36.478 και 69.255 δολαρίων. Στους διευθυντές λυκείων, οι αποδοχές στην Ελλάδα ανέρχονται σε 54.242 δολάρια, έναντι 107.309 δολαρίων στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.
Επισημαίνεται ότι τα ποσά αυτά αποτελούν συγκριτικά μεγέθη σε όρους αγοραστικής δύναμης και δεν αντιστοιχούν στους καθαρούς μηνιαίους μισθούς που καταβάλλονται στην Ελλάδα.
Ένας στους τρεις εκπαιδευτικούς είναι άνω των 55 ετών
Εκτός από τις χαμηλές αποδοχές, ανησυχία προκαλεί και η ηλικιακή σύνθεση του εκπαιδευτικού προσωπικού.
Τα στοιχεία του ΟΟΣΑ δείχνουν ότι το ποσοστό των εκπαιδευτικών ηλικίας 55 ετών και άνω στην Ελλάδα αυξήθηκε από 15% το 2015 σε 33% το 2024. Με άλλα λόγια, σήμερα περίπου ένας στους τρεις εκπαιδευτικούς ανήκει σε αυτή την ηλικιακή ομάδα.
Η αύξηση αυτή υπερβαίνει τις αντίστοιχες μεταβολές που καταγράφονται συνολικά στις χώρες του ΟΟΣΑ. Σε επίπεδο Οργανισμού, το ποσοστό των εκπαιδευτικών ηλικίας 55 ετών και άνω στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση αυξήθηκε από 20% το 2015 σε 23% το 2024.
Την ίδια περίοδο, το ποσοστό των εκπαιδευτικών κάτω των 35 ετών μειώθηκε από 23% σε 22%.
Η γήρανση του εκπαιδευτικού δυναμικού είναι ακόμη εντονότερη σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Λιθουανία, η Λετονία και η Εσθονία, όπου περίπου τέσσερις στους δέκα εκπαιδευτικούς είναι τουλάχιστον 55 ετών. Η Ελλάδα και η Πορτογαλία συγκαταλέγονται επίσης στις χώρες που εμφανίζουν ταχεία αύξηση του ποσοστού των μεγαλύτερων σε ηλικία εκπαιδευτικών.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί πρόσθετες προκλήσεις για την ανανέωση του προσωπικού, καθώς τα επόμενα χρόνια θα χρειαστεί να καλυφθούν οι θέσεις όσων αποχωρούν λόγω συνταξιοδότησης.
Οι εκπαιδευτικοί αμείβονται λιγότερο και από άλλους πτυχιούχους
Η μισθολογική υστέρηση δεν αποτυπώνεται μόνο στις συγκρίσεις με άλλες χώρες, αλλά και στη σύγκριση των εκπαιδευτικών με εργαζομένους αντίστοιχου μορφωτικού επιπέδου.
Σύμφωνα με στοιχεία έρευνας του ΚΑΝΕΠ-ΓΣΕΕ, που δημοσιεύθηκε τον Σεπτέμβριο του 2026, οι αποδοχές των εκπαιδευτικών στην Ελλάδα υπολείπονται σημαντικά εκείνων άλλων εργαζομένων με πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, οι αμοιβές αντιστοιχούν περίπου στο 69% των αποδοχών των υπόλοιπων εργαζομένων με αντίστοιχο μορφωτικό επίπεδο. Στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, το ποσοστό διαμορφώνεται στο 72%.
Ιδιαίτερα μεγάλη είναι η απόκλιση στους αρχικούς μισθούς. Στην κατώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ο αρχικός θεσμοθετημένος μισθός στην Ελλάδα ανέρχεται σε 23.363 δολάρια σε όρους αγοραστικής δύναμης, έναντι 45.923 δολαρίων στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.
Παράλληλα, η πραγματική αξία του συγκεκριμένου μισθού μειώθηκε κατά 6,2% την περίοδο 2015-2024.
Το ζήτημα της χρηματοδότησης της εκπαίδευσης
Η μισθολογική εικόνα συνδέεται και με τις συνολικές δαπάνες για την εκπαίδευση. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται, η Ελλάδα, μαζί με την Ουγγαρία και τη Ρουμανία, διαθέτει συγκριτικά μικρότερο μερίδιο τόσο των δημόσιων δαπανών όσο και του ΑΕΠ για την εκπαίδευση.
Ο συνδυασμός χαμηλών αποδοχών, αυξημένου κόστους διαβίωσης, δυσκολιών στις μετακινήσεις των αναπληρωτών και γήρανσης του προσωπικού αναδεικνύει τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα.
Το ερώτημα δεν αφορά μόνο το ύψος των μισθών, αλλά και τη δυνατότητα του δημόσιου σχολείου να προσελκύσει νέους ανθρώπους, να διατηρήσει τους εκπαιδευτικούς του και να εξασφαλίσει την ομαλή ανανέωση του ανθρώπινου δυναμικού του.
