Γράφει η Δήμητρα Ν. Σταμελάκη, Σχολική Νοσηλεύτρια Δημοτικού Σχολείου Σκύρου, MSc Developmental & Adolescent Health Strategies
Ενσυναίσθηση, σεβασμός και συναισθηματική ασφάλεια ή έλλειψη ορίων;
Πώς η σύγχρονη γονεϊκότητα μπορεί να επηρεάσει τη συμπεριφορά, τη διαχείριση της ματαίωσης και την καθημερινότητα του παιδιού στο σχολείο.
«Δεν θέλω!»
«Γιατί πρέπει;»
«Η μαμά μου είπε ότι μπορώ να πω όχι.»
«Δεν μου αρέσει αυτός ο κανόνας.»
Φράσεις που μπορεί να ακούσει ένας εκπαιδευτικός ή ένας επαγγελματίας υγείας στο σχολικό περιβάλλον και οι οποίες ανοίγουν ένα μεγαλύτερο ερώτημα:
Τι συμβαίνει όταν ο τρόπος με τον οποίο μεγαλώνει ένα παιδί στο σπίτι συναντά ένα σχολείο γεμάτο κανόνες, όρια, υποχρεώσεις, αναμονή, συνεργασία και… ματαιώσεις;
Το gentle parenting έχει μπει δυναμικά στη σύγχρονη συζήτηση για την ανατροφή των παιδιών.
Η προσέγγιση δίνει έμφαση στην ενσυναίσθηση, στη σύνδεση γονέα–παιδιού, στην αναγνώριση των συναισθημάτων και στην αποφυγή πρακτικών που βασίζονται στον φόβο, την ταπείνωση ή τη σκληρή τιμωρία.
Όμως υπάρχει μια κρίσιμη λεπτομέρεια που συχνά χάνεται στη δημόσια συζήτηση:
Gentle parenting δεν σημαίνει parenting χωρίς όρια.
Και αυτή ακριβώς η διάκριση αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν το παιδί περνά την πόρτα του σχολείου.
«Σε καταλαβαίνω» δεν σημαίνει «θα γίνει το δικό σου»
Ας ξεκινήσουμε από μια βασική αρχή.
Το παιδί έχει δικαίωμα να θυμώνει.
Έχει δικαίωμα να απογοητεύεται.
Έχει δικαίωμα να μη θέλει.
Δεν σημαίνει όμως ότι κάθε επιθυμία του πρέπει να ικανοποιείται ή ότι κάθε συμπεριφορά του είναι αποδεκτή.
Ένα παιδί μπορεί να ακούσει:
«Καταλαβαίνω ότι είσαι θυμωμένος. Δεν θα σε αφήσω όμως να χτυπήσεις.»
Και αυτή ίσως είναι μία από τις σημαντικότερες φράσεις που μπορούν να συνδέσουν την ενσυναίσθηση με την οριοθέτηση.
Το συναίσθημα γίνεται αποδεκτό.
Η επιθετική συμπεριφορά όχι.
Η ανάγκη ακούγεται.
Ο κανόνας όμως παραμένει.
Το σχολείο δεν είναι σπίτι.
Στο σπίτι ένα παιδί μπορεί να έχει περισσότερες επιλογές και μεγαλύτερη ευελιξία.
Στο σχολείο, όμως, πρέπει να συνυπάρξει με μια ολόκληρη ομάδα.
Πρέπει να περιμένει τη σειρά του.
Να ακούσει τον εκπαιδευτικό.
Να ακολουθήσει ένα πρόγραμμα.
Να ολοκληρώσει δραστηριότητες που μπορεί να μην προτιμά.
Να συνεργαστεί με παιδιά που δεν επέλεξε.
Να δεχτεί ότι κάποιος άλλος μπορεί να πάρει πρώτος αυτό που θέλει.
Να χάσει.
Να κάνει λάθος.
Να διορθωθεί.
Να απογοητευτεί.
Και κυρίως, να μάθει ότι δεν μπορεί πάντα να γίνεται αυτό που θέλει, τη στιγμή που το θέλει.
Αυτό δεν είναι αποτυχία του σχολείου.
Είναι μέρος της ζωής.
Το «όχι» δεν είναι τραύμα
Σε μια εποχή όπου μιλάμε πολύ —και δικαίως— για τη συναισθηματική ασφάλεια των παιδιών, υπάρχει ένας κίνδυνος: να θεωρήσουμε ότι η προστασία από κάθε δυσάρεστο συναίσθημα είναι ο στόχος.
Δεν είναι.
Ένα παιδί που δεν ακούει ποτέ «όχι» δεν μαθαίνει να διαχειρίζεται το «όχι».
Ένα παιδί που δεν βιώνει ποτέ ματαίωση δεν εξασκεί τη διαχείριση της ματαίωσης.
Ένα παιδί που προστατεύεται από κάθε αποτυχία δεν έχει πολλές ευκαιρίες να μάθει πώς να ξαναπροσπαθεί.
Η συναισθηματική ανθεκτικότητα δεν δημιουργείται επειδή απομακρύνουμε κάθε δυσκολία από τη ζωή του παιδιού.
Καλλιεργείται όταν το παιδί βιώνει μια δυσκολία μέσα σε ένα ασφαλές πλαίσιο και με έναν ενήλικα που το βοηθά να τη διαχειριστεί.
Όταν η gentle parenting παρερμηνεύεται…
Η πραγματική συζήτηση, επομένως, δεν πρέπει να είναι:
«Gentle parenting: καλό ή κακό;»
Το πιο χρήσιμο ερώτημα είναι:
«Υπάρχουν όρια μαζί με την ενσυναίσθηση;»
Γιατί υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις δύο παρακάτω προσεγγίσεις.
«Καταλαβαίνω ότι δεν θέλεις να φύγεις από την παιδική χαρά. Τώρα όμως πρέπει να φύγουμε.»
και:
«Αφού δεν θέλεις να φύγεις, θα μείνουμε.»
Η πρώτη φράση περιλαμβάνει ενσυναίσθηση και όριο.
Η δεύτερη μπορεί να μετατρέψει το συναίσθημα σε μηχανισμό διαπραγμάτευσης του ορίου.
Και αυτό είναι κάτι που το παιδί μπορεί να μεταφέρει και στο σχολικό περιβάλλον.
«Δεν θέλω να κάνω την εργασία»
Φανταστείτε ένα παιδί που αρνείται να συμμετάσχει σε μια δραστηριότητα.
Ο εκπαιδευτικός δεν χρειάζεται να επιλέξει ανάμεσα στο:
«Κάν’ το γιατί το λέω εγώ!»
και στο:
«Εντάξει, αφού δεν θέλεις, μην το κάνεις.»
Υπάρχει και τρίτος δρόμος:
«Καταλαβαίνω ότι δεν θέλεις να το κάνεις τώρα. Η δραστηριότητα όμως είναι μέρος του μαθήματος. Ας δούμε μαζί από πού μπορείς να ξεκινήσεις.»
Δεν ακυρώνεται το συναίσθημα.
Δεν ακυρώνεται όμως ούτε η υποχρέωση.
Αυτό είναι το δύσκολο σημείο της οριοθέτησης: να παραμένεις σταθερός χωρίς να γίνεσαι σκληρός.
Και πού βρίσκεται η σχολική νοσηλεύτρια;
Η σχολική νοσηλεύτρια μπορεί να βρεθεί πολύ κοντά σε αυτές τις καταστάσεις.
Ένα παιδί μπορεί να εμφανιστεί στο χώρο υγείας του σχολείου επειδή πονάει η κοιλιά του, επειδή ζαλίζεται, επειδή κλαίει, επειδή δεν θέλει να επιστρέψει στην τάξη ή επειδή αισθάνεται ότι δεν μπορεί να διαχειριστεί αυτό που συμβαίνει.
Δεν σημαίνει ότι όλα αυτά είναι «συμπεριφορικά».
Σημαίνει ότι η σχολική υγεία δεν αφορά μόνο το σώμα.
Το παιδί είναι μια ενιαία οντότητα: σωματική, συναισθηματική, κοινωνική.
Η σχολική νοσηλεύτρια, σε συνεργασία με την εκπαιδευτική ομάδα και την οικογένεια, μπορεί να συμβάλει στην αναγνώριση των αναγκών του παιδιού, στην προαγωγή της υγείας και στη δημιουργία ενός ασφαλούς περιβάλλοντος.
Δεν είναι ο ρόλος της να «διορθώσει» την ανατροφή ενός παιδιού.
Είναι όμως σημαντικό να μπορεί να αναγνωρίζει πότε μια συμπεριφορά ίσως αποτελεί έκφραση άγχους, δυσκολίας προσαρμογής ή μιας ανάγκης που χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση.
Το παιδί χρειάζεται ασφάλεια — αλλά χρειάζεται και πλαίσιο
Ίσως εδώ βρίσκεται η ουσία ολόκληρης της συζήτησης.
Τα παιδιά δεν χρειάζονται ενήλικες που θα λένε πάντα «ναι».
Ούτε χρειάζονται ενήλικες που θα επιβάλλονται μέσω του φόβου.
Χρειάζονται ενήλικες που μπορούν να πουν:
«Σε ακούω.»
«Καταλαβαίνω ότι δυσκολεύεσαι.»
«Είναι εντάξει να θυμώνεις.»
και ταυτόχρονα:
«Αυτό το όριο ισχύει.»
Αυτή η ισορροπία είναι σημαντική τόσο στο σπίτι όσο και στο σχολείο.
Σπίτι και σχολείο: όχι δύο αντίπαλοι κόσμοι
Όταν οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί έχουν διαφορετικές αντιλήψεις για τα όρια, το παιδί μπορεί να βρεθεί στη μέση.
Ο γονέας μπορεί να θεωρεί ότι το παιδί χρειάζεται περισσότερη ελευθερία.
Ο εκπαιδευτικός μπορεί να βλέπει καθημερινά την ανάγκη για περισσότερη δομή.
Και το παιδί μπορεί να λαμβάνει δύο διαφορετικά μηνύματα.
Η λύση δεν είναι να «κερδίσει» ούτε ο γονέας ούτε ο εκπαιδευτικός.
Η λύση είναι η συνεργασία.
Ένα κοινό μήνυμα μπορεί να είναι απλό:
«Τα συναισθήματά σου είναι αποδεκτά. Οι κανόνες υπάρχουν για να μας βοηθούν να συνυπάρχουμε. Και εμείς είμαστε εδώ για να σε βοηθήσουμε να μάθεις να τα διαχειρίζεσαι.»
Το gentle parenting δεν χρειάζεται να φοβάται τα όρια
Ίσως τελικά το μεγαλύτερο λάθος είναι να αντιμετωπίζουμε την ενσυναίσθηση και την οριοθέτηση ως δύο αντίθετες έννοιες.
Δεν είναι.
Ένα παιδί μπορεί να αισθάνεται αγαπημένο και ταυτόχρονα να ακούει «όχι».
Μπορεί να αισθάνεται ασφαλές και ταυτόχρονα να ακολουθεί κανόνες.
Μπορεί να έχει φωνή χωρίς να έχει πάντα τον τελευταίο λόγο.
Μπορεί να εκφράζει τον θυμό του χωρίς να επιτρέπεται να πληγώνει τους άλλους.
Και μπορεί να κάνει λάθη χωρίς να νιώθει ότι είναι «κακό παιδί».
Γιατί τελικά αυτό θέλουμε από το σχολείο;
Όχι ένα παιδί που δεν θυμώνει.
Όχι ένα παιδί που υπακούει μηχανικά.
Όχι ένα παιδί που δεν διαφωνεί ποτέ.
Θέλουμε ένα παιδί που σταδιακά μαθαίνει:
να αναγνωρίζει τι νιώθει,
να εκφράζει αυτό που χρειάζεται,
να ακούει τους άλλους,
να διαχειρίζεται τη ματαίωση,
να αποδέχεται τα όρια
και να αναλαμβάνει την ευθύνη των πράξεών του.**
Γιατί η πραγματική συναισθηματική αγωγή δεν είναι να μεγαλώσουμε παιδιά που δεν θα δυσκολευτούν ποτέ.
Είναι να μεγαλώσουμε παιδιά που, όταν δυσκολευτούν, θα ξέρουν ότι μπορούν να το διαχειριστούν.
Και ίσως αυτό είναι το σημείο όπου το gentle parenting συναντά το σχολείο:
όχι στην απουσία ορίων, αλλά στην ικανότητα να βάζουμε όρια χωρίς να χάνουμε την ανθρωπιά μας.
