Η γιορτή της μητέρας – νάρκισσου είναι όλο το χρόνο

Ήμουν δεν θα ήμουν έξι με επτά ετών όταν εκείνο το απόγευμα η μητέρα μου με οδήγησε στο περίπτερο του Λούνα Παρκ με τις ξυλόγλυπτες εικόνες. Υπολογίζω την ηλικία μου στο περίπου γιατί ήξερα να διαβάζω οπότε στάθηκα μπροστά στα ξύλινα κάδρα και συλλάβιζα τις επιγραφές.

Λόγω ημέρας δεν υπήρχε περίπτωση να ξεφύγω. Παντού υπήρχε ένα και μόνο μήνυμα άλλοτε πιο φανερό και άλλοτε πιο κρυφό: «Στην καλύτερη μητέρα του κόσμου». Δεν συμφωνούσα καθόλου με τα γραφόμενα. Ήμουν ένα δυστυχισμένο παιδί – αξεσουάρ που κοσμούσα με τις ξανθές μου μπούκλες και τα γαλανά μου μάτια το χέρι της μητέρας μου.

Αυτό το χέρι άλλοτε με έπιανε και άλλοτε με άφηνε. Άλλοτε με τραβούσε κοντά και άλλοτε με απωθούσε. Κατάλαβα σχετικά νωρίς ότι το κουμπί που κινούσε τα νήματα ανάμεσα στην κοντινότητα και την απόσταση από την μητέρα μου ήταν η υπακοή μου προς αυτήν.

Είχα την αποδοχή της μόνο όταν έκανα πράγματα τα οποία ήταν της αρεσκείας της και γευόμουν την τρομερή οργή της όταν έκανα κάτι που δεν επιθυμούσε. Σωματική βία δεν γεύτηκα ποτέ. Η ψυχολογική βία ήταν που τσάκισε την παιδική μου ψυχή.

Μεγαλώνοντας έμαθα ότι όλες οι μητέρες δεν είναι ίδιες. Έμαθα ότι η μητρική αγάπη στην υγιή της μορφή δεν πονά αλλά εξυψώνει. Δεν τιμωρεί αλλά καθοδηγεί στοργικά. Δεν είναι ατομικιστική αλλά συμπεριλαμβάνει το παιδί και τις ανάγκες του. Για αυτή την αγάπη θα αφήσω άλλους να μιλήσουν. Χαίρομαι για τους ανθρώπους που έχουν τέτοιες μαμάδες αλλά εγώ δεν έχω να μοιραστώ κάτι πάνω σε αυτό.

Η γιορτή της μητέρας για μένα είναι μια μέρα που θέλω να τελειώσει γρήγορα γιατί μου προκαλεί πόνο και θλίψη. Μου πήρε καιρό να μιλήσω για όλα όσα μου συνέβησαν, μου πήρε καιρό να καταλάβω ότι το πρόβλημα δεν ήμουν εγώ.

Μου πήρε καιρό να ζεστάνω τη ψυχή μου και να αφήσω άλλους ανθρώπους κυρίως γυναίκες να με πλησιάσουν και να συνάψω σχέσεις μαζί τους. Δεν έχω τελειώσει με αυτή την ιστορία. Μέσα μου θα κουβαλώ πάντα ένα παιδί τσακισμένο και θα χρειαστεί να γίνομαι εγώ η μάνα για αυτό. Και δεν φοβάμαι πια να είμαι ειλικρινής και να μην την πάρω τηλέφωνο για να της πω: «Χρόνια πολλά».

Για την ιστορία… Διάλεξα μια καρδούλα από ξύλο που έγραφε: «Στην καλύτερη μητέρα του κόσμου» και της την έδωσα. Εισέπραξα ένα παγωμένο φιλί (για αγκαλιά ούτε λόγος) γιατί και εκείνη γνώριζε ότι δεν εννοούσα το δώρο αυτό. Αλλά δεν την ένοιαζε. Αρκεί να υπάκουα και να συνέχιζα το θέατρο το οποίο είχε σκηνοθετήσει με τόση μαεστρία. Αυτό της έφτανε…

Χρόνια πολλά σε όλες τις καλές μητέρες. Σε αυτές που αγαπούν και αποδέχονται τα παιδιά τους όπως είναι. Σε αυτές που προσπαθούν να κάνουν το καλύτερο που μπορούν. Σε αυτές που δεν ενοχοποιούν την αγάπη και δεν απαιτούν υπακοή. Σε αυτές τις μητέρες που κάνουν λάθη και προσπαθούν να τα διορθώσουν, σε αυτές αξίζουν οι ευχές.

Νάνσυ Ψημενάτου

Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας