Σε τροχιά διαρκούς δημογραφικής συρρίκνωσης βρίσκεται η Ελλάδα, καθώς ο αριθμός των γεννήσεων υποχωρεί εδώ και δεκαετίες και οι προβλέψεις για τα επόμενα χρόνια προκαλούν έντονο προβληματισμό. Η χώρα αναμένεται να καταγράψει λιγότερες από 1,4 εκατομμύρια γεννήσεις την εικοσαετία 2027-2046, όταν την προηγούμενη εικοσαετία είχαν καταγραφεί περίπου 1,8 εκατομμύρια.
Η μείωση αυτή δεν αποτελεί μια πρόσκαιρη διακύμανση, αλλά συνδέεται με βαθύτερες αλλαγές στη γονιμότητα, στη σύνθεση του πληθυσμού και στις συνθήκες δημιουργίας οικογένειας. Μάλιστα, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, οι γεννήσεις στην Ελλάδα έχουν μειωθεί κατά 45% από το 2009 έως το 2026.
Τα στοιχεία προκύπτουν από ανάλυση του ομότιμου καθηγητή Δημογραφίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και διευθυντή του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ), Βύρωνα Κοτζαμάνη, ο οποίος εξηγεί ότι οι ρίζες του σημερινού προβλήματος βρίσκονται πολλές δεκαετίες πίσω.
Πώς μειώθηκαν οι γεννήσεις στην Ελλάδα
Η μεταβολή της γεννητικότητας στην Ελλάδα γίνεται ιδιαίτερα εμφανής όταν εξετάσει κανείς τα ιστορικά στοιχεία.
Κατά τη μεταπολεμική περίοδο και έως περίπου το 1980, στη χώρα καταγράφονταν κατά μέσο όρο 150.000 γεννήσεις τον χρόνο. Την περίοδο 1955-1964, μάλιστα, ο ετήσιος αριθμός έφτανε περίπου τις 154.000.
Η εικόνα άρχισε να αλλάζει σταδιακά τις επόμενες δεκαετίες. Κατά τη δεκαετία του 1990 οι γεννήσεις είχαν περιοριστεί περίπου στις 100.000 ετησίως, ενώ η πρόσκαιρη βελτίωση που σημειώθηκε τη δεκαετία του 2000 δεν κατάφερε να αναστρέψει τη μακροχρόνια τάση.
Για το 2026, οι εκτιμήσεις που παρουσιάζονται στην ανάλυση κάνουν λόγο για περίπου 65.000 γεννήσεις.
Ενδεικτική της μεταβολής είναι και η σύγκριση με την περίοδο 1932-1940. Τότε, παρά το γεγονός ότι ο πληθυσμός της Ελλάδας ήταν σημαντικά μικρότερος, καταγράφονταν κατά μέσο όρο 118.500 γεννήσεις ετησίως.
Γιατί μειώνεται η γεννητικότητα
Σύμφωνα με τον Βύρωνα Κοτζαμάνη, η σημερινή δημογραφική εικόνα δεν μπορεί να αποδοθεί σε έναν μόνο παράγοντα. Συνδέεται με τη μακροχρόνια μείωση του αριθμού των παιδιών που αποκτούν οι διαδοχικές γενεές γυναικών.
Η εξέλιξη αυτή έχει ξεκινήσει εδώ και πολλές δεκαετίες και επηρεάζεται από τις αλλαγές στην οικογενειακή ζωή, στις κοινωνικές αντιλήψεις, στην εργασία και στις αναπαραγωγικές επιλογές των ζευγαριών.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η απόσταση ανάμεσα στον αριθμό των παιδιών που επιθυμούν να αποκτήσουν οι γυναίκες και σε εκείνον που τελικά αποκτούν. Παράλληλα, η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει δυσκολίες στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος που να επιτρέπει τον συνδυασμό οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής.
Η Ελλάδα και οι διαφορές από την υπόλοιπη Ευρώπη
Η υπογεννητικότητα δεν αποτελεί αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Εδώ και πολλές δεκαετίες καταγράφεται σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης και σε άλλες ανεπτυγμένες κοινωνίες.
Ωστόσο, η ελληνική περίπτωση παρουσιάζει σημαντικές ιδιαιτερότητες. Όπως επισημαίνει ο καθηγητής, η μείωση του αριθμού των παιδιών που αποκτούν οι γυναίκες ξεκίνησε στη χώρα μας αργότερα σε σχέση με αρκετές χώρες της Δυτικής και Βόρειας Ευρώπης, ενώ συνεχίστηκε χωρίς ουσιαστική αναστροφή.
Χαρακτηριστικό είναι ότι οι γυναίκες που γεννήθηκαν το 1930 απέκτησαν κατά μέσο όρο σχεδόν 2,3 παιδιά, ενώ για τις γυναίκες που γεννήθηκαν το 1985 ο αντίστοιχος αριθμός είναι μικρότερος από 1,5.
Ο κ. Κοτζαμάνης επισημαίνει ότι σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες οι μεταπολεμικές γενεές απέκτησαν κατά μέσο όρο από 1,8 έως 2 παιδιά. Σημαντικό ρόλο σε αυτή τη διαφοροποίηση διαδραμάτισαν οι πολιτικές στήριξης της οικογένειας, η ανάπτυξη αποτελεσματικών συστημάτων κοινωνικής πρόνοιας και η προσπάθεια περιορισμού των ανισοτήτων μεταξύ των φύλων.
Η δυνατότητα των γονέων να συνδυάζουν την εργασία με την ανατροφή των παιδιών, η πρόσβαση σε υπηρεσίες φροντίδας και η οικονομική ασφάλεια αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για τη δημιουργία οικογένειας.
Λιγότερες από 700.000 γεννήσεις έως το 2030
Η εικόνα της τρέχουσας δεκαετίας αποτυπώνει το μέγεθος της δημογραφικής πρόκλησης.
Για την περίοδο 2011-2020 καταγράφηκαν περίπου 920.000 γεννήσεις στην Ελλάδα. Αντίθετα, για το διάστημα 2021-2030 οι εκτιμήσεις θέλουν τον συνολικό αριθμό να μην ξεπερνά τις 700.000.
Πρόκειται για μείωση περίπου 25% σε σύγκριση με την προηγούμενη δεκαετία.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται τόσο με τη χαμηλή γονιμότητα όσο και με τη μείωση του αριθμού των γυναικών που βρίσκονται στις ηλικίες δημιουργίας οικογένειας. Ακόμη και αν η μέση ηλικία απόκτησης παιδιού και η γονιμότητα παρουσιάσουν πιο ήπιους ρυθμούς μεταβολής, ο μικρότερος αριθμός γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας θα εξακολουθήσει να επηρεάζει τις γεννήσεις.
Τι προβλέπεται για τις γεννήσεις έως το 2046
Ιδιαίτερα ανησυχητικές είναι οι προβολές για την επόμενη εικοσαετία.
Σύμφωνα με την ανάλυση του καθηγητή, την περίοδο 2027-2046 οι γεννήσεις στην Ελλάδα αναμένεται να είναι λιγότερες από 1,4 εκατομμύρια, εφόσον δεν υπάρξει θετικό μεταναστευτικό ισοζύγιο.
Για σύγκριση, την προηγούμενη εικοσαετία, από το 2007 έως το 2026, οι γεννήσεις υπολογίζονται σε περίπου 1,8 εκατομμύρια.
Η διαφορά είναι σημαντική και δείχνει ότι η δημογραφική πίεση αναμένεται να συνεχιστεί, ακόμη και αν ορισμένοι από τους σημερινούς αρνητικούς δείκτες αρχίσουν να βελτιώνονται.
Μάλιστα, οι προοπτικές για την περίοδο μετά το 2046 είναι ακόμη πιο δύσκολες. Στις ηλικίες δημιουργίας οικογένειας θα εισέλθουν οι γενεές που γεννήθηκαν από το 2009 έως το 2026, οι οποίες είναι αριθμητικά μικρότερες από τις προηγούμενες, καθώς οι γεννήσεις στο συγκεκριμένο διάστημα έχουν μειωθεί κατά 45%.
Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και μια ενδεχόμενη αύξηση της γονιμότητας δεν θα αρκεί απαραίτητα για να αντισταθμίσει τη μείωση του πληθυσμού των νεότερων ηλικιών.
Το δημογραφικό ζήτημα, επομένως, δεν αφορά μόνο τον αριθμό των παιδιών που γεννιούνται σήμερα. Συνδέεται με τη μελλοντική σύνθεση του πληθυσμού, τη γήρανση, το εργατικό δυναμικό και τη δυνατότητα της χώρας να διατηρήσει μια ισορροπημένη πληθυσμιακή δομή.
