Η ιλαρά επανέρχεται στο επίκεντρο της διεθνούς υγειονομικής ανησυχίας, καθώς τα κρούσματα αυξάνονται στις Ηνωμένες Πολιτείες και νέες εστίες μετάδοσης εξακολουθούν να καταγράφονται στην Ευρώπη. Για την Ελλάδα, τα δεδομένα δεν δείχνουν αντίστοιχη μεγάλη επιδημική έξαρση αυτή την περίοδο, ωστόσο οι υγειονομικές αρχές επισημαίνουν ότι τα κενά στην εμβολιαστική κάλυψη διατηρούν τον κίνδυνο επανεμφάνισης της νόσου.
Η εικόνα στις ΗΠΑ είναι ενδεικτική της δυναμικής που μπορεί να αποκτήσει η ιλαρά όταν υπάρχουν μεγάλα τμήματα του πληθυσμού χωρίς επαρκή ανοσία. Σύμφωνα με τα στοιχεία του αμερικανικού CDC, έως τις 29 Οκτωβρίου 2026 είχαν καταγραφεί 4.852 επιβεβαιωμένα κρούσματα. Πρόκειται για περισσότερα από τα διπλάσια περιστατικά σε σύγκριση με το σύνολο του 2025, όταν είχαν δηλωθεί 2.289 κρούσματα. Το 96% των φετινών περιστατικών αφορούσε ανεμβολίαστα άτομα ή ανθρώπους με άγνωστο εμβολιαστικό ιστορικό.
Τι δείχνουν τα στοιχεία για την Ελλάδα
Η Ελλάδα έχει ήδη βρεθεί αντιμέτωπη με σημαντική έξαρση της ιλαράς. Κατά την περίοδο 2017-2018 καταγράφηκαν συνολικά 3.259 κρούσματα, εκ των οποίων 968 το 2017 και 2.291 το 2018. Την ίδια διετία σημειώθηκαν τέσσερις θάνατοι.
Τα επόμενα χρόνια η εικόνα βελτιώθηκε αισθητά, με μηδενικά δηλωμένα περιστατικά το 2021, το 2022 και το 2023, ενώ το 2024 καταγράφηκε εκ νέου περιορισμένη δραστηριότητα της νόσου.
Ωστόσο, η υποχώρηση των κρουσμάτων δεν σημαίνει ότι ο κίνδυνος έχει εκλείψει. Σύμφωνα με την επιδημιολογική αποτύπωση του ΕΟΔΥ για την περίοδο 2004-2025, στην Ελλάδα δηλώθηκαν συνολικά 4.193 περιστατικά ιλαράς. Η μεγάλη πλειονότητα των κρουσμάτων συνδέθηκε με πληθυσμιακές ομάδες στις οποίες υπήρχαν σημαντικά κενά εμβολιαστικής κάλυψης.
Τα στοιχεία του Οργανισμού αναδεικνύουν, επίσης, ότι η ανεπαρκής προστασία δεν αφορά αποκλειστικά τα μικρά παιδιά. Ελλιπής εμβολιασμός μπορεί να υπάρχει και σε εφήβους ή ενήλικες που δεν έλαβαν ποτέ τις δύο προβλεπόμενες δόσεις.
Η εικόνα στην Ευρώπη και οι ηλικίες που επηρεάζονται
Η ανησυχία δεν περιορίζεται στις ΗΠΑ. Σύμφωνα με την τελευταία μηνιαία έκθεση του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων (ECDC), από την 1η Οκτωβρίου 2025 έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2026 καταγράφηκαν 2.325 κρούσματα ιλαράς σε 30 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ηλικιακή κατανομή: το 51,2% των περιστατικών αφορούσε άτομα ηλικίας 15 ετών και άνω, ενώ το 27,8% παιδιά κάτω των πέντε ετών. Μεταξύ των κρουσμάτων για τα οποία ήταν γνωστό το εμβολιαστικό ιστορικό, το 71,8% αφορούσε ανεμβολίαστα άτομα.
Τα δεδομένα αυτά δείχνουν ότι η ιλαρά δεν αποτελεί αποκλειστικά παιδική υπόθεση. Έφηβοι και ενήλικες που δεν έχουν ολοκληρώσει τον εμβολιασμό τους μπορεί επίσης να είναι ευάλωτοι.
Γιατί η ιλαρά μεταδίδεται τόσο εύκολα
Η ιλαρά συγκαταλέγεται στις πιο μεταδοτικές λοιμώξεις. Σύμφωνα με τον ΕΟΔΥ, έως και το 90% των ατόμων χωρίς ανοσία που εκτίθενται στον ιό μπορεί να μολυνθεί.
Για να περιοριστεί αποτελεσματικά η κυκλοφορία του ιού και να αποτραπούν μεγάλες εξάρσεις, απαιτείται εμβολιαστική κάλυψη τουλάχιστον 95% με δύο δόσεις.
Όταν δημιουργούνται θύλακες ανεμβολίαστων ανθρώπων, ο ιός μπορεί να εξαπλωθεί γρήγορα, ακόμη και σε περιοχές όπου η συνολική εμβολιαστική κάλυψη του πληθυσμού εμφανίζεται ικανοποιητική.
Ποιοι χρειάζεται να ελέγξουν τον εμβολιασμό τους
Το εμβόλιο MMR προστατεύει από την ιλαρά, την παρωτίτιδα και την ερυθρά και αποτελεί το βασικό μέτρο πρόληψης.
Σύμφωνα με το εθνικό πρόγραμμα εμβολιασμών, η προστασία από την ιλαρά απαιτεί δύο δόσεις. Όσοι δεν έχουν ολοκληρώσει τον εμβολιασμό τους χρειάζεται να ελέγξουν το ιστορικό τους και να απευθυνθούν στον γιατρό τους για τις κατάλληλες οδηγίες.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται από γονείς που δεν είναι βέβαιοι αν τα παιδιά τους έχουν λάβει και τις δύο δόσεις, αλλά και από εφήβους και ενήλικες με ελλιπές ή άγνωστο εμβολιαστικό ιστορικό.
Η εμπειρία των ΗΠΑ και τα ευρωπαϊκά δεδομένα υπενθυμίζουν ότι η ιλαρά μπορεί να επιστρέψει όταν υποχωρεί η εμβολιαστική κάλυψη. Για την Ελλάδα, η διατήρηση υψηλού ποσοστού ανοσίας και η κάλυψη των κενών στον εμβολιασμό αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για την αποτροπή μιας νέας επιδημικής έξαρσης.
