Σχεδόν ένας στους τέσσερις μαθητές στην Ελλάδα έχει εμπλακεί σε περιστατικά σχολικού εκφοβισμού. Ο διαδικτυακός εκφοβισμός αυξάνεται, ενώ μόνο ένας στους πέντε μαθητές του Δημοτικού αναζητά βοήθεια από κάποιον ενήλικο. Με αφορμή τη Διεθνή Ημέρα κατά της Σχολικής Βίας και του Εκφοβισμού, τα στοιχεία από τα ελληνικά σχολεία και τις ευρωπαϊκές έρευνες μάς φέρνουν αντιμέτωπους με ένα δύσκολο ερώτημα: Πόσα γνωρίζουμε πραγματικά για όσα συμβαίνουν στα παιδιά μας;
Ένα παιδί που ξαφνικά δεν θέλει να πάει σχολείο. Ένας έφηβος που αποσύρεται από την παρέα του, αποφεύγει να μιλήσει για τους συμμαθητές του ή αναστατώνεται κάθε φορά που φτάνει μια ειδοποίηση στο κινητό του. Μια φαινομενικά αθώα πλάκα που επαναλαμβάνεται, ένα προσβλητικό παρατσούκλι που γίνεται καθημερινότητα, μια φωτογραφία που διακινείται σε ομαδικές συνομιλίες χωρίς τη συναίνεση του παιδιού.
Ο σχολικός εκφοβισμός μπορεί να έχει πολλές μορφές και συχνά περνά απαρατήρητος από τους ενηλίκους. Άλλοτε επειδή τα παιδιά φοβούνται να μιλήσουν και άλλοτε επειδή συμπεριφορές που τα πληγώνουν εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται ως συνηθισμένες συγκρούσεις της σχολικής ζωής.
Τα περιστατικά βίας μεταξύ ανηλίκων που φτάνουν στη δημοσιότητα προκαλούν ανησυχία, αλλά αποτελούν μόνο ένα μέρος της εικόνας. Υπάρχουν και όσα συμβαίνουν καθημερινά, χωρίς να καταγράφονται σε κάποια καταγγελία ή να γίνονται γνωστά έξω από τη σχολική τάξη. Πόσο εκτεταμένο είναι, λοιπόν, το φαινόμενο στην Ελλάδα; Έχει αυξηθεί σε σχέση με προηγούμενα χρόνια; Και τι συμβαίνει στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες;
Οι επίσημες έρευνες μας δίνουν τη δυνατότητα να εξετάσουμε το πρόβλημα πέρα από τα μεμονωμένα περιστατικά. Και ορισμένα ευρήματα αξίζουν ιδιαίτερη προσοχή, καθώς αφορούν όχι μόνο στη συμπεριφορά των παιδιών, αλλά και τη σχέση τους με τους γονείς, τους εκπαιδευτικούς και το ίδιο το σχολείο.
Σχεδόν ένας στους τέσσερις μαθητές εμπλέκεται σε περιστατικά εκφοβισμού
Μία από τις μεγαλύτερες έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί στην Ελλάδα για την ενδοσχολική βία και τον εκφοβισμό έρχεται να αποτυπώσει την έκταση του προβλήματος. Η πανελλήνια έρευνα του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής, σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Κρήτης και το ΙΤΥΕ «Διόφαντος», συγκέντρωσε απαντήσεις από 48.265 μαθητές, 10.028 εκπαιδευτικούς και 13.762 γονείς και κηδεμόνες. Συνολικά συμμετείχαν 72.055 άτομα.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, που δημοσιεύθηκαν το 2025, το 17,3% των μαθητών κατατάσσεται στην κατηγορία των θυμάτων σχολικού εκφοβισμού, το 2,5% στην κατηγορία των δραστών και το 3,2% στην κατηγορία εκείνων που έχουν υπάρξει τόσο θύματα όσο και δράστες. Αθροιστικά, το 23% των μαθητών παρουσιάζει κάποια μορφή εμπλοκής σε περιστατικά ενδοσχολικής βίας και εκφοβισμού. Το στοιχείο αυτό αποκτά μεγαλύτερη σημασία αν αναλογιστούμε ότι σε μια σχολική τάξη 25 παιδιών, ένα αντίστοιχο ποσοστό θα αντιστοιχούσε σε περίπου έξι μαθητές!
Ακόμη πιο σύνθετη είναι η περίπτωση των παιδιών που έχουν βρεθεί και στις δύο πλευρές. Ένα παιδί που δέχεται εκφοβισμό μπορεί να εκδηλώνει και το ίδιο επιθετικές συμπεριφορές απέναντι σε άλλους, ενώ στην πραγματικότητα η διάκριση ανάμεσα σε θύτες και θύματα δεν είναι πάντοτε τόσο απλή όσο εμφανίζεται στις καθημερινές συζητήσεις μας.
Η έρευνα αναδεικνύει, επίσης, τη σημασία του σχολικού περιβάλλοντος. Οι μαθητές που πιστεύουν ότι οι εκπαιδευτικοί παρεμβαίνουν όταν εκδηλώνεται εκφοβισμός εμφανίζονται περισσότερο πρόθυμοι να υπερασπιστούν ένα παιδί που βρίσκεται σε δύσκολη θέση, ένα εύρημα που μεταφέρει τη συζήτηση από την ατομική συμπεριφορά του κάθε μαθητή στη συνολική λειτουργία του σχολείου: στο κατά πόσο καλλιεργείται μια κουλτούρα σεβασμού, στην αντίδραση των εκπαιδευτικών και στον ρόλο των συμμαθητών που παρακολουθούν ένα περιστατικό.
Γιατί μόνο ένας στους πέντε μαθητές του Δημοτικού ζητά βοήθεια;
Μένοντας στο σχολικό περιβάλλον και την ασφάλεια που νιώθουν οι μαθητές, ένα από τα πολλά στοιχεία της πανελλήνιας έρευνας αξίζει να μας προβληματίσει ιδιαίτερα: Μόλις το 19,3% των μαθητών του Δημοτικού αναφέρει ότι αναζητά βοήθεια από κάποιον ενήλικο. Το ποσοστό αφορά αυτό δείχνει πόσο σημαντικό είναι να εξετάσουμε τη δυνατότητα των μικρότερων παιδιών να μοιραστούν όσα τα απασχολούν.
Ένα παιδί μπορεί να φοβάται ότι, αν μιλήσει, οι συμμαθητές του θα στραφούν ακόμη περισσότερο εναντίον του. Μπορεί να ντρέπεται για όσα του συμβαίνουν, να ανησυχεί ότι οι γονείς του θα αντιδράσουν έντονα ή να μην έχει πειστεί ότι κάποιος ενήλικος μπορεί πραγματικά να το βοηθήσει.
Υπάρχει, όμως, και μια ακόμη πλευρά που συχνά παραβλέπουμε: το τι συμβαίνει όταν ένα παιδί αποφασίζει τελικά να μιλήσει. Πώς αντιδρούμε ως γονείς; Ακούμε χωρίς να αμφισβητούμε την εμπειρία του; Αναλαμβάνει το σχολείο να διερευνήσει το περιστατικό; Υπάρχει παρακολούθηση της κατάστασης ώστε να διαπιστωθεί ότι ο εκφοβισμός έχει σταματήσει;
Η ανάγκη να αισθάνονται τα παιδιά ασφαλή όταν αναφέρουν ένα περιστατικό είναι κομβική για την αντιμετώπιση του προβλήματος.
Οι γονείς πιστεύουν ότι τα παιδιά τους δεν εμπλέκονται
Η ίδια πανελλήνια έρευνα προσφέρει επίσης μια ενδιαφέρουσα ματιά στον τρόπο με τον οποίο οι γονείς αντιλαμβάνονται τον σχολικό εκφοβισμό. Το 62,2% των γονέων που συμμετείχαν δήλωσε ότι πιστεύει πως το παιδί του δεν έχει υποστεί ενδοσχολική βία ή εκφοβισμό. Ακόμη υψηλότερο, στο 83,4%, είναι το ποσοστό εκείνων που θεωρούν ότι το παιδί τους δεν έχει συμμετάσχει σε τέτοια περιστατικά.
Προφανώς οι απαντήσεις αυτές δεν μπορούν να συγκριθούν απευθείας με τα ποσοστά των μαθητών, καθώς πρόκειται για διαφορετικές ερωτήσεις και ομάδες συμμετεχόντων. Αναδεικνύουν, ωστόσο, μια σημαντική διάσταση του προβλήματος: όσα γνωρίζουν ή πιστεύουν ότι γνωρίζουν οι γονείς για τη σχολική ζωή των παιδιών τους.
Είναι εύκολο να αναγνωρίσουμε τον εκφοβισμό όταν αφορά κάποιο άλλο παιδί. Δυσκολότερο είναι να αποδεχθούμε ότι το δικό μας μπορεί να είναι εκείνο που πληγώνει έναν συμμαθητή του ή ότι βιώνει μια κατάσταση την οποία δεν μας έχει εμπιστευτεί.
Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο στην εφηβεία, όταν η ανάγκη για αυτονομία μεγαλώνει και οι γονείς έχουν συχνά περιορισμένη εικόνα των σχέσεων που αναπτύσσονται μέσα στις παρέες και στις διαδικτυακές ομάδες των παιδιών.
Σχεδόν 2.000 καταγγελίες για σχολικό εκφοβισμό: Τι συμβαίνει μετά την αναφορά;
Τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα διαθέτει έναν θεσμοθετημένο μηχανισμό υποβολής αναφορών για περιστατικά ενδοσχολικής βίας και εκφοβισμού, μέσω της πλατφόρμας stop-bullying.gov.gr. Σύμφωνα με την επίσημη μελέτη αποτίμησης της πλατφόρμας, που δημοσιεύτηκε τον Ιούνιο του 2026, από τον Απρίλιο του 2024 έως τις 28 Ιανουαρίου 2026 είχαν υποβληθεί συνολικά 1.925 αναφορές.
Από αυτές, 784 είχαν αντιμετωπιστεί και ολοκληρωθεί, 503 είχαν κριθεί εκτός αρμοδιότητας της πλατφόρμας και 327 είχαν χαρακτηριστεί αβάσιμες. Παράλληλα, 167 αναφορές παρέμεναν σε εκκρεμότητα και 144 βρίσκονταν στο στάδιο της παιδαγωγικής παρέμβασης.
Η ίδια η επίσημη μελέτη αναγνωρίζει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν περιστατικά σχολικού εκφοβισμού που δεν καταγγέλλονται, εξαιτίας του φόβου στιγματισμού, του δισταγμού των γονέων ή της ανησυχίας για τις συνέπειες μέσα στη σχολική κοινότητα. Το εύρημα αυτό αναδεικνύει μια κρίσιμη πλευρά του προβλήματος: ακόμη και όταν υπάρχει ένας θεσμοθετημένος μηχανισμός αναφοράς, η εμπιστοσύνη των παιδιών και των οικογενειών παραμένει καθοριστική για την αξιοποίησή του.
Ένα στοιχείο που αξίζει ιδιαίτερη προσοχή είναι ο χρόνος διαχείρισης των περιστατικών. Σύμφωνα με τη μελέτη, ο μέσος χρόνος ολοκλήρωσης των αναφορών που είχαν κλείσει ήταν 44 ημέρες, ενώ για 48 υποθέσεις χρειάστηκαν περισσότεροι από πέντε μήνες.
Οι συντάκτες της μελέτης θεωρούν ότι ο μέσος χρόνος μπορεί να δικαιολογείται από την πολυπλοκότητα των περιστατικών και την ανάγκη διερεύνησης, επισημαίνουν όμως ότι οι υποθέσεις με διάρκεια μεγαλύτερη των πέντε μηνών χρειάζονται περαιτέρω εξέταση.
Για μια οικογένεια που έχει αναφέρει περιστατικό εκφοβισμού, η διαχείρισή του δεν εξαντλείται στην καταχώριση της καταγγελίας. Το ζητούμενο είναι τι αλλάζει στην καθημερινότητα του παιδιού, αν σταματά η επιθετική συμπεριφορά και αν αποκαθίσταται το αίσθημα ασφάλειας στο σχολείο.
Η ύπαρξη της πλατφόρμας αποτελεί σημαντικό βήμα για την οργανωμένη καταγραφή και διαχείριση των περιστατικών. Η αποτελεσματικότητά της, ωστόσο, χρειάζεται να αξιολογείται και ως προς την έκβαση των παρεμβάσεων.
Παράλληλα, ο αριθμός των αναφορών δεν αποτυπώνει το σύνολο των περιστατικών που συμβαίνουν στα ελληνικά σχολεία. Αφορά όσα καταγγέλλονται μέσω του συγκεκριμένου μηχανισμού, ενώ επηρεάζεται και από την ενημέρωση και την προθυμία των οικογενειών να τον χρησιμοποιήσουν.
Ο εκφοβισμός αρχίζει από τα λόγια και τον αποκλεισμό
Στη δημόσια συζήτηση για τη σχολική βία κυριαρχούν συχνά οι εικόνες από ξυλοδαρμούς και σοβαρές σωματικές επιθέσεις. Όμως η καθημερινή εμπειρία του εκφοβισμού έχει συχνά διαφορετική μορφή.
Σύμφωνα με την πανελλήνια έρευνα HBSC του Ερευνητικού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου Ψυχικής Υγείας (ΕΠΙΨΥ), που πραγματοποιείται στο πλαίσιο διεθνούς ερευνητικού προγράμματος σε συνεργασία με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, οι συχνότερες εμπειρίες εκφοβισμού που αναφέρουν οι έφηβοι είναι η διάδοση ψεμάτων και φημών (22,1%), τα προσβλητικά και υποτιμητικά πειράγματα (22%) και ο σκόπιμος αποκλεισμός από παρέες και δραστηριότητες (18,3%). Ακολουθούν τα αστεία, τα σχόλια ή οι χειρονομίες σεξουαλικού περιεχομένου (13,1%), οι προσβλητικοί χαρακτηρισμοί για την εθνικότητα (7,5%) και η σωματική βία (6,7%).
Πίσω από αυτούς τους αριθμούς βρίσκονται συμπεριφορές που ενίοτε υποτιμούμε. Το παιδί που δεν καλείται ποτέ να συμμετάσχει σε μια ομαδική δραστηριότητα. Εκείνο που γίνεται διαρκώς στόχος σχολίων για την εμφάνισή του. Ο μαθητής που διαπιστώνει ότι οι συμμαθητές του τον έχουν αποκλείσει από μια παρέα.
Φυσικά, κάθε διαφωνία ή μεμονωμένο πείραγμα μεταξύ παιδιών δεν αποτελεί αυτομάτως σχολικό εκφοβισμό. Η επανάληψη, η πρόθεση πρόκλησης βλάβης και η ανισορροπία δύναμης αποτελούν βασικά χαρακτηριστικά του φαινομένου. Ακριβώς γι’ αυτό έχει σημασία να μπορούμε να αναγνωρίζουμε πότε μια συμπεριφορά ξεπερνά τα όρια μιας συνηθισμένης σύγκρουσης και εξελίσσεται σε συστηματική θυματοποίηση.
Ένας στους έξι εφήβους διεθνώς έχει υποστεί διαδικτυακό εκφοβισμό
Η αύξηση του διαδικτυακού εκφοβισμού που καταγράφεται στην Ελλάδα συμβαδίζει με μια ευρύτερη διεθνή τάση. Η μεγάλη διακρατική έρευνα HBSC του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, με τη συμμετοχή περισσότερων από 279.000 μαθητών ηλικίας 11, 13 και 15 ετών από 44 χώρες και περιοχές της Ευρώπης, της Κεντρικής Ασίας και τον Καναδά, έδειξε ότι περίπου το 15% των εφήβων είχε υποστεί διαδικτυακό εκφοβισμό. Το ποσοστό φτάνει στο 15% για τα αγόρια και στο 16% για τα κορίτσια, παρουσιάζοντας αύξηση κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2018.
Η Ελλάδα, σύμφωνα με τα συγκρίσιμα στοιχεία του ΕΠΙΨΥ για το 2022, βρίσκεται κοντά ή κάτω από τον διεθνή μέσο όρο στους δείκτες επιθετικής συμπεριφοράς και εκφοβισμού. Αυτό, ωστόσο, δεν αναιρεί την αύξηση της διαδικτυακής θυματοποίησης που έχει καταγραφεί στη χώρα μας.
Η συζήτηση για την ψηφιακή ασφάλεια των παιδιών αποκτά έτσι μια ακόμη διάσταση. Πέρα από τον χρόνο που περνούν μπροστά σε μια οθόνη, χρειάζεται να εξετάσουμε και την ποιότητα των σχέσεων που αναπτύσσουν, τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούν και το αν γνωρίζουν πώς να αντιδράσουν όταν γίνονται στόχος επιθετικών συμπεριφορών.
Πόσο έτοιμο είναι το σχολείο να προστατεύσει τα παιδιά;
Η φετινή Διεθνής Ημέρα κατά της Βίας και του Εκφοβισμού στο Σχολείο, που τιμάται στις 5 Νοεμβρίου, έχει ως κεντρικό μήνυμα της UNESCO το «Every learner safe and well: From promise to practice», δηλαδή «Κάθε μαθητής ασφαλής και καλά: Από τις δεσμεύσεις στην πράξη». Η επιλογή της συγκεκριμένης θεματικής έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς μεταφέρει το ενδιαφέρον από τη διατύπωση στόχων στην εφαρμογή ουσιαστικών μέτρων πρόληψης και υποστήριξης.
Στην Ελλάδα έχουν δημιουργηθεί θεσμικά εργαλεία, έχουν αναπτυχθεί εκπαιδευτικά προγράμματα και υπάρχει πλέον μεγαλύτερη δυνατότητα καταγραφής του φαινομένου. Παραμένει όμως κρίσιμο να γνωρίζουμε πόσο αποτελεσματικά λειτουργούν οι παρεμβάσεις μέσα στη σχολική τάξη και αν ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες των μαθητών.
Το σχολικό περιβάλλον διαμορφώνεται καθημερινά από μικρές και μεγάλες συμπεριφορές. Από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται μια προσβολή, από το αν ένας εκπαιδευτικός αντιλαμβάνεται τον συστηματικό αποκλεισμό ενός παιδιού, από τη στάση των υπόλοιπων μαθητών όταν γίνονται μάρτυρες εκφοβισμού.
Αντίστοιχα, στην οικογένεια, η επικοινωνία με τα παιδιά χρειάζεται να περιλαμβάνει και τις δυσκολίες στις σχέσεις τους με τους συνομηλίκους. Να υπάρχει χώρος για να μιλήσουν για όσα τα φοβίζουν, τα στενοχωρούν ή τα κάνουν να αισθάνονται ότι δεν ανήκουν στην ομάδα.
Τα στοιχεία των ερευνών δείχνουν ότι ο σχολικός εκφοβισμός παραμένει ένα υπαρκτό πρόβλημα, με διαφορετικές εκφάνσεις και σημαντικές επιπτώσεις στην ψυχική υγεία και στη σχολική ζωή των παιδιών.
Και ίσως το πιο ουσιαστικό ερώτημα που προκύπτει από όλα αυτά τα δεδομένα είναι το εξής: Όταν ένα παιδί αποφασίσει να σπάσει τη σιωπή του, είμαστε πράγματι έτοιμοι να το ακούσουμε και να το προστατεύσουμε;
