Γράφει η Ιωάννα Θεοδωρακοπούλου, PsyD, MSc, Counselling Psychologist – Psychotherapist / Infertility Counsellor, Head of Counselling services at SYNEIDOS ([email protected])
Ο Σεπτέμβρης είναι μια μετάβαση, όχι μια νέα αρχή.
Κάθε Σεπτέμβρη μιλάμε για «νέα αρχή». Και όμως, για ένα παιδί ο Σεπτέμβρης δεν σημαίνει ότι όλα ξεκινούν από την αρχή. Το παιδί δεν επιστρέφει στο σχολείο «καθαρό», απαλλαγμένο από όσα προηγήθηκαν. Επιστρέφει κουβαλώντας τον εαυτό που διαμόρφωσε μέσα στη χρονιά που πέρασε. Τις σχέσεις του. Τις απογοητεύσεις του. Τις μικρές και μεγάλες επιτυχίες του. Την εικόνα που έχει αρχίσει να σχηματίζει για τον εαυτό του. Τον τρόπο με τον οποίο έμαθε να ζητά βοήθεια, να αποχωρίζεται, να διεκδικεί, να αντέχει τη ματαίωση. Και μαζί με όλα αυτά, επιστρέφει σε έναν κόσμο που για λίγο είχε σταματήσει να είναι ο καθημερινός του κόσμος. Αυτό είναι που κάνει τον Σεπτέμβρη μετάβαση.
Κάθε μετάβαση εμπεριέχει κάτι περισσότερο από την αλλαγή. Εμπεριέχει και μια μικρή απώλεια. Για να μπει κανείς στο καινούργιο, χρειάζεται κάπως να αποχωριστεί το προηγούμενο. Και ακόμη κι όταν αυτό που αφήνει ήταν όμορφο —όπως μπορεί να ήταν το καλοκαίρι— ο αποχωρισμός μπορεί να φέρει θλίψη, ανασφάλεια, εκνευρισμό ή προσκόλληση.
Γι’ αυτό ένα παιδί μπορεί να λέει ότι ανυπομονεί να δει τους φίλους του και ταυτόχρονα να κλαίει το πρωί. Μπορεί να θέλει να μεγαλώσει και την ίδια στιγμή να ζητά περισσότερη αγκαλιά. Μπορεί να είναι ενθουσιασμένο για τη νέα τάξη και παράλληλα να φοβάται μήπως δεν τα καταφέρει.
Δεν είναι αντιφατικό. Είναι η φυσιολογική ψυχική κίνηση ενός παιδιού που βρίσκεται ανάμεσα στο «αυτό που ξέρω» και στο «αυτό που ακόμη δεν ξέρω». Και εδώ έχει σημασία κάτι ακόμη. Τα παιδιά δεν βιώνουν μόνο τη δική τους μετάβαση. Συχνά «διαβάζουν» και τη δική μας. Τον τρόπο που μιλάμε για το σχολείο. Το άγχος μας για το αν θα προσαρμοστούν. Την αγωνία μας για τις επιδόσεις τους. Την ανάγκη μας να πάνε όλα καλά. Ένα παιδί μπορεί να μην μπορεί να πει «νομίζω ότι ανησυχείς πολύ για το πώς θα τα καταφέρω», αλλά μπορεί να αισθανθεί ότι υπάρχει κάτι για το οποίο πρέπει να ανησυχεί.
Γι’ αυτό ο γονιός δεν χρειάζεται να προσπαθήσει να εξαφανίσει κάθε δύσκολο συναίσθημα. Χρειάζεται να μπορεί να το χωρέσει. Όταν το παιδί λέει «δεν θέλω να πάω», δεν χρειάζεται πάντα να απαντήσουμε με ένα «θα περάσει».
Μπορούμε πρώτα να μείνουμε λίγο εκεί και να του δείξουμε ότι καταλαβαίνουμε ότι του φαίνεται δύσκολο που ξαναρχίζει. Όταν κλαίει, δεν χρειάζεται να βιαστούμε να το πείσουμε ότι δεν υπάρχει λόγος. Μπορούμε να του δείξουμε ότι το συναίσθημά του δεν μας τρομάζει.
Γιατί ένα από τα σημαντικότερα πράγματα που μαθαίνει ένα παιδί μέσα από τη σχέση με τον γονιό είναι ότι ένα δύσκολο συναίσθημα μπορεί να υπάρχει χωρίς να κατακλύζει τους πάντες. Ο γονιός δεν χρειάζεται να γίνει ο άνθρωπος που θα κάνει τον δρόμο εύκολο αλλά αυτός που θα μπορεί να πει, «Μπορεί να είναι δύσκολο. Και θα το περάσουμε μαζί.» Αυτή η στάση δίνει ένα πλαίσιο χωρίς να αφαιρεί τη δυσκολία.
Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο το παιδί μπορεί σταδιακά να καταφέρει να εσωτερικεύσει την εμπειρία ότι μπορεί να αποχωρίζεται, να φοβάται, να δυσκολεύεται και τελικά να προσαρμόζεται. Αυτό είναι κάτι πολύ βαθύτερο από το να μάθει απλώς να «πηγαίνει σχολείο».
Είναι μια μικρή άσκηση ζωής γιατί η ζωή είναι γεμάτη Σεπτέμβρηδες, νέες ταξεις, αποχωρισμούς, αλλαγές, απώλειες, και φυσικά νέες αρχές που δεν μοιάζουν καθόλου με την αρχή που φανταζόμασταν.
Δεν χρειάζεται λοιπόν ως γονείς να προστατεύσουμε τα παιδιά από όλες αυτές τις μεταβάσεις αλλά να τους προσφέρουμε μια σχέση μέσα στην οποία μπορούν να τις αντέξουν.
Ο Σεπτέμβρης, λοιπόν, δεν χρειάζεται να είναι μια νέα αρχή. Είναι η συνέχεια. Και το παιδί δεν χρειάζεται να αφήσει πίσω του όσα έζησε για να προχωρήσει. Χρειάζεται να τα πάρει μαζί του — και, σιγά σιγά, να γίνει έτοιμο για το επόμενο.
