Το να βλέπει ένας γονιός το παιδί του να γίνεται ολοένα και πιο ανεξάρτητο αποτελεί φυσικό μέρος της ανάπτυξής του. Ωστόσο, για πολλούς γονείς αυτή η μετάβαση συνοδεύεται από έντονα και συχνά αντιφατικά συναισθήματα. Η επιστήμη δείχνει ότι αυτό δεν οφείλεται μόνο στη συναισθηματική σύνδεση, αλλά και στις αλλαγές που έχει υποστεί ο ίδιος ο εγκέφαλος κατά τη διάρκεια της γονεϊκότητας.
Ο εγκέφαλος έχει «εκπαιδευτεί» να φροντίζει
«Η γονεϊκότητα αλλάζει τον εγκέφαλο ακόμη και πριν γεννηθεί το μωρό», εξηγεί η Cheryl Groskopf, ψυχοθεραπεύτρια με εξειδίκευση στο άγχος, το τραύμα και τη θεωρία του δεσμού.
Όπως αναφέρει, οι περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με την αναγνώριση του κινδύνου, την ενσυναίσθηση και την κατανόηση των συναισθημάτων των άλλων ενισχύονται σημαντικά, ξεκινώντας από την εγκυμοσύνη. Η αμυγδαλή, που λειτουργεί ως «σύστημα συναγερμού», γίνεται ιδιαίτερα ευαίσθητη στις ανάγκες του παιδιού, ενώ ο προμετωπιαίος φλοιός βελτιώνει την ικανότητά του να αναγνωρίζει γρήγορα τη δυσφορία και να ανταποκρίνεται.
Με απλά λόγια, ο εγκέφαλος ενός γονέα προσαρμόζεται ώστε να βρίσκεται σε διαρκή ετοιμότητα για τη φροντίδα του παιδιού του.
Γιατί η μετάβαση είναι τόσο δύσκολη
Όταν το παιδί μεγαλώνει και δεν χρειάζεται πλέον την καθημερινή φροντίδα του γονέα, ο εγκέφαλος των γονιών δεν προσαρμόζεται αμέσως στη νέα πραγματικότητα.
«Ο εγκέφαλος συνεχίζει να λειτουργεί σύμφωνα με το παλιό του “πρόγραμμα”. Συνεχίζει να αναζητά τις ανάγκες του παιδιού από συνήθεια, ακόμη κι όταν αυτές δεν υπάρχουν πια. Αυτή η αναντιστοιχία εξηγεί γιατί πολλοί γονείς νιώθουν ανησυχία, κενό ή ακόμη και την αίσθηση ότι δεν είναι πλέον χρήσιμοι. Το σύστημα ανταμοιβής του εγκεφάλου είχε οργανωθεί γύρω από τον ρόλο της φροντίδας και δεν απενεργοποιείται από τη μία μέρα στην άλλη», σημειώνει η Groskopf.
Ο εγκέφαλος χρειάζεται χρόνο για να προσαρμοστεί
Η νευροεπιστήμονας του Πανεπιστημίου του Όσλο, Dr. Laura Bojarskaitė, περιγράφει αυτή τη διαδικασία ως ένα «πρόβλημα πρόβλεψης».
«Για περίπου δύο δεκαετίες, ο εγκέφαλος του γονιού έχει μάθει να προβλέπει ότι κάποιος θα τον χρειάζεται σε συγκεκριμένες στιγμές της ημέρας. Όταν αυτή η δομή εξαφανίζεται, οι προβλέψεις συνεχίζουν να ενεργοποιούνται, αλλά δεν βρίσκουν πλέον ανταπόκριση. Πρόκειται για μια διαδικασία που μοιάζει με εκείνη που παρατηρείται μετά από άλλες σημαντικές απώλειες, καθώς ο εγκέφαλος χρειάζεται χρόνο για να προσαρμόσει το εσωτερικό του μοντέλο στη νέα πραγματικότητα».
Οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι αυτή η συναισθηματική αντίδραση δεν αποτελεί ένδειξη αδυναμίας ή υπερβολής, αλλά μια φυσιολογική διαδικασία προσαρμογής.
Όταν αλλάζει η ίδια η ταυτότητα του γονέα
Η αλλαγή δεν αφορά μόνο την καθημερινότητα, αλλά και την εικόνα που έχει ο γονέας για τον εαυτό του. «Ο εγκέφαλος δεν ξεχωρίζει εύκολα το τέλος ενός σημαντικού ρόλου από την απώλεια μιας στενής σχέσης. Και οι δύο εμπειρίες βιώνονται ως διακοπή ενός ισχυρού δεσμού», εξηγεί η Groskopf.
Η Dr. Christa Smith, κλινική ψυχολόγος στη Cerevity, προσθέτει ότι πολλοί γονείς δεν πενθούν μόνο επειδή το παιδί έχει μεγαλώσει, αλλά επειδή ολοκληρώνεται μια περίοδος της ζωής τους που καθόριζε σε μεγάλο βαθμό την καθημερινότητά τους και την προσωπική τους ταυτότητα.
Γιατί κάποιοι γονείς προσαρμόζονται ευκολότερα
Σύμφωνα με τους ειδικούς, σημαντικό ρόλο παίζει το κατά πόσο ο γονεϊκός ρόλος είχε γίνει το βασικό στοιχείο της προσωπικής ταυτότητας. Όσοι διατήρησαν παράλληλα προσωπικά ενδιαφέροντα, κοινωνικές σχέσεις, επαγγελματικούς στόχους ή άλλες πτυχές της ζωής τους φαίνεται ότι προσαρμόζονται πιο ομαλά στη νέα φάση.
Αντίθετα, όταν η καθημερινότητα ήταν σχεδόν αποκλειστικά αφιερωμένη στην ανατροφή των παιδιών, η μετάβαση μπορεί να γίνει πιο δύσκολη, ιδιαίτερα αν συμπίπτει με άλλες σημαντικές αλλαγές, όπως η συνταξιοδότηση, η εμμηνόπαυση ή η φροντίδα ηλικιωμένων γονέων.
Πότε χρειάζεται βοήθεια
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η στενοχώρια είναι αναμενόμενη και συνήθως υποχωρεί σταδιακά.
Εάν όμως η θλίψη επιμένει για εβδομάδες, συνοδεύεται από απώλεια ενδιαφέροντος για δραστηριότητες, σημαντικές διαταραχές στον ύπνο ή την όρεξη ή επηρεάζει την καθημερινή λειτουργικότητα, είναι σημαντικό να ζητηθεί η βοήθεια επαγγελματία ψυχικής υγείας.
Τι βοηθά πραγματικά
Η λύση δεν είναι απλώς να γεμίσει κανείς το πρόγραμμά του με δραστηριότητες. Οι ειδικοί τονίζουν ότι η ουσιαστική προσαρμογή έρχεται όταν ο γονέας ανακαλύπτει νέες πηγές νοήματος, επενδύει ξανά στις προσωπικές του σχέσεις και επιτρέπει στη σχέση με το παιδί να εξελιχθεί σε μια νέα, ισότιμη σχέση μεταξύ ενηλίκων.
Η Dr. Bojarskaitė επισημαίνει και έναν ακόμη παράγοντα που συχνά παραβλέπεται: τον ύπνο. Όπως εξηγεί, οι μεγάλες μεταβάσεις στη ζωή διαταράσσουν συχνά την ποιότητα του ύπνου και η έλλειψή του ενισχύει τη συναισθηματική ευαισθησία και την τάση για αρνητικές σκέψεις. Για τον λόγο αυτό, η προστασία του ύπνου αποτελεί μία από τις πιο σημαντικές πρακτικές συμβουλές κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου.
